ΑΣ ΤΟ ΚΆΝΟΥΜΕ ΤΏΡΑ

(Παγκόσμια Ημέρα κατά της Εμπορίας Προσώπων)

Αναμφίβολα, η εμπορία ανθρώπων είναι ένα από τα πιο ειδεχθή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Οι αυξανόμενες ανισότητες σε συνδυασμό με την απελπισία εκατομμυρίων ευάλωτων ανθρώπων, τα οποία επιδεινώνονται από την κρίση Covid-19, παρέχουν στα δίκτυα εμπορίας ανθρώπων το τέλειο έδαφος για να πραγματοποιήσουν μια από τις μεγαλύτερες και πιο αποτρόπαιες πράξεις σεξουαλικής ή εργασιακής εκμετάλλευσης. 

Η πλειονότητα, περισσότερο από το ήμισυ, όλων των θυμάτων εμπορίας ανθρώπων είναι άτομα από αναπτυσσόμενες περιοχές, ιδίως από φτωχές περιοχές ή, κατά περίπτωση, από περιοχές πολέμου. Στο πλαίσιο αυτό, τα δίκτυα εμπορίας ανθρώπων με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση, που είναι αναμφίβολα το πιο αποτρόπαιο από όλα, στρατολογούν τα θύματά τους υποσχόμενοι τους ένα καλύτερο μέλλον, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για μια απάτη με σκοπό την αποκόμιση τεράστιων κερδών με κόστος την αντικειμενοποίηση και τον εξευτελισμό όσων πέφτουν στα δίκτυα εμπορίας ανθρώπων, αντιμετωπίζοντάς τους ως απλό εμπόρευμα, ως απλά «αναλώσιμα» αντικείμενα κατανάλωσης. 

Σύμφωνα με τα στοιχεία του UNODC (Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα), η εμπορία ανθρώπων, ιδίως με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση, εξακολουθεί να πλήττει ιδιαίτερα τις γυναίκες και τα κορίτσια (49% γυναίκες και 23% κορίτσια) και, σε μικρότερο βαθμό, τους άνδρες και τα αγόρια (21% άνδρες και 7% αγόρια). Το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι πολύ κοντά στις πόλεις μας, μέρα μεσημέρι και μερικές φορές εν γνώσει των αρχών, υπάρχουν θύματα εμπορίας ανθρώπων που υφίστανται συστηματική εκμετάλλευση μέχρις εξαντλήσεως, με τη σιωπή όσων θα μπορούσαν να το αποτρέψουν, αν είχαν πραγματικά τη βούληση να το κάνουν. Μια σιωπή που, επιπλέον, συμβάλλει στη συνέχιση του στιγματισμού, του διαχωρισμού και της ποινικοποίησης των θυμάτων ως υπεύθυνων για ένα έγκλημα για το οποίο δεν είναι ποτέ ένοχα.

Κανένα θύμα δεν συμμετέχει σε ένα δίκτυο εμπορίας ανθρώπων με τη δική του ελεύθερη βούληση. Έχουμε την τάση να μην θέλουμε να κάνουμε διάκριση μεταξύ «συναίνεσης» και «βούλησης» χωρίς να σκεφτόμαστε ότι, σε καταστάσεις ακραίας ανάγκης, απειλών θανάτου ή περιβαλλοντικών πιέσεων, ένα άτομο μπορεί να συμφωνήσει και, επομένως, να «συναινέσει» να πουλήσει το σώμα του ως αντικείμενο σεξουαλικής απόλαυσης ή να εργαστεί ακούραστα σε συνθήκες δουλείας, αλλά, αντίθετα, ποτέ δεν σκεφτόμαστε ότι, χωρίς αυτές τις συνθήκες που το θέτουν σε κατάσταση ακραίας ανάγκης ή ευαλωτότητας, δεν θα το έκανε ποτέ οικειοθελώς. Επομένως, κανείς δεν θέλει να πέσει θύμα σεξουαλικής ή εργασιακής εκμετάλλευσης. Αρκετά με την ποινικοποίηση και την ενοχοποίηση των θυμάτων των οποίων το μόνο «έγκλημα» ήταν ότι ζούσαν σε περιοχές πείνας ή πολέμου. Αρκετά με τα ψέματα. 

Παρά τις προσπάθειες για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων, τα δίκτυα εμπορίας εξακολουθούν να απολαμβάνουν εκτεταμένη ατιμωρησία, τόσο στις χώρες προέλευσης, όπου γίνεται η στρατολόγηση, όσο και στις χώρες προορισμού, όπου οι άνθρωποι εκμεταλλεύονται για να εξοφλήσουν ένα «χρέος» που δεν παύει να αυξάνεται μέρα με τη μέρα. Η απαίτηση προς όλες τις κυβερνήσεις όλων των εθνών είναι σαφής: βάλτε τέλος στην εμπορία ανθρώπων για οποιονδήποτε σκοπό και οπουδήποτε και αν λαμβάνει χώρα στον κόσμο. 

Ας μην ξεχνάμε ότι η εμπορία ανθρώπων αποτελεί επίθεση στην απαραβίαστη ανθρώπινη αξιοπρέπεια κάθε ανθρώπου, παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των θυμάτων και, για το λόγο αυτό, έγκλημα κατά της ανθρωπότητας που πρέπει να καταδιωχθεί μέχρι τέλους. 

Τα ανθρώπινα όντα δεν είναι αντικείμενα κατανάλωσης, δεν είναι εμπορεύματα, ούτε μπορούν να υποβληθούν στο ζυγό της σεξουαλικής, εργασιακής ή οποιασδήποτε άλλης μορφής δουλείας. Τα ανθρώπινα όντα δεν αγοράζονται ούτε πωλούνται.

Επειδή η ζωή και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι ανεκτίμητες. 

Ας βάλουμε τέλος στην εμπορία ανθρώπων. 

Ας το κάνουμε τώρα. 

HAGÁMOSLO AHORA

(Escrito en 🇪🇸🇲🇽– Written in 🇬🇧🇺🇸– Scritto in 🇮🇹– Rédigé en 🇫🇷🇨🇩– Escrito em 🇵🇹🇧🇷 – Γραμμένο στα 🇬🇷🇨🇾写在🇨🇳- Написано в 🇷🇺)

🇪🇸ESPAÑOL🇲🇽

(Día Mundial contra la Trata de Personas)

Sin lugar a dudas, la trata de seres humanos es uno de los delitos abominables en contra de la humanidad. El aumento de las desigualdades junto con la desesperación de millones de personas en situación de vulnerabilidad, todo ello agravado por la crisis del Covid-19, hacen que redes del tráfico de seres humanos obtengan el caldo de cultivo perfecto para llevar a cabo una de las mayores y más execrables acciones con fines de explotación sexual o laboral. 

La mayor parte, más de la mitad, de todas las víctimas de la trata de seres humanos son personas que provienen de zonas en vías de desarrollo, especialmente empobrecidas o, en su caso, bajo conflicto bélico. En este contexto, las redes de trata con fines de explotación sexual, que es sin duda la más abominable de todas, captan a sus víctimas prometiéndoles un futuro mejor cuando, en realidad, todo es un engaño para conseguir ingentes beneficio a costa de cosificar y deshumanizar a quien caen en las redes de la trata siendo tratadas como simple mercancía, como meros objeto de consumo de “usar y tirar”. 

De acuerdo con datos de UNODC (Oficina de Naciones Unidas contra la Droga y el Delito), la trata de seres humanos, especialmente aquella con fines de explotación sexual, sigue afectando especialmente a mujeres y niñas (49% mujeres y 23% niñas) y, en menor medida, también a hombres y niños (21% hombres y 7% niños). Lo peor de todo es que, muy cerca de nuestras ciudades, a plena luz del día y, a veces, con conocimiento de las autoridades, hay víctimas de la trata que están siendo sistemáticamente explotadas hasta la extenuación con el silencio cómplice de quienes podrían evitarlo si realmente tuviesen voluntad de hacerlo. Un silencio que, además, contribuye a seguir estigmatizando, señalando y criminalizando a las víctimas como responsables de un delito del que nunca son culpables.

Ninguna víctima está dentro de una red trata de seres humanos por voluntad propia. Tendemos a no querer diferenciar entre “consentimiento” y “voluntad” sin pensar que, ante situaciones de extrema necesidad, amenazas de muerte o presiones del entorno, una persona puede llegar a acceder y, por tanto, a “consentir” en que vender su cuerpo como objeto de placer sexual o para trabajar sin descanso en condiciones de esclavitud pero, por el contrario, nunca pensamos en que, sin esas circunstancias que la colocan en situación de extrema necesidad o vulnerabilidad, jamás lo haría voluntariamente. Por tanto, ninguna persona desea ser víctima de explotación sexual o laboral. Ya basta de criminalizar y culpar a las víctimas cuyo único “delito” ha sido vivir en zonas en donde imperan el hambre o la guerra. Ya basta de mentiras. 

A pesar de los esfuerzos por combatir la trata de seres humanos, las redes de trata aún gozan de una amplia impunidad, tanto en los países de origen, en los que se lleva a cabo la captación, como en los países de destino, en donde son explotadas hasta saldar una “deuda” que nunca deja de incrementarse día a día. La exigencia a todos los gobiernos de todas las naciones es clara: acabar con la trata de seres humanos sea cual sea su finalidad y en cualquier lugar del mundo. 

No olvidemos que la trata de seres humanos constituye un ataque hacia la dignidad humana inviolable de toda persona, una vulneración de los derechos humanos de las víctimas y, por tal razón, un delito de lesa humanidad que debemos perseguir hasta el final. 

Los seres humanos no son objetos de consumo, no son una mercancía ni tampoco pueden ser sometidos bajo el yugo de la esclavitud sexual, laboral o de cualquier otro tipo. Los seres humanos ni se compran ni se venden.

Porque la vida y la dignidad humana no tienen precio. 

Pongamos fin a la trata de personas. 

Hagámoslo ahora. 

🇬🇧ENGLISH🇺🇸

LET’S DO IT NOW

(World Day Against Trafficking in Persons)

Undoubtedly, human trafficking is one of the most heinous crimes against humanity. Increasing inequalities coupled with the desperation of millions of vulnerable people, all aggravated by the Covid-19 crisis, provide human trafficking networks with the perfect breeding ground to carry out one of the biggest and most heinous acts of sexual or labour exploitation. 

The majority, more than half, of all victims of human trafficking are people from developing areas, especially impoverished areas or, where appropriate, areas of war. In this context, trafficking networks for the purpose of sexual exploitation, which is undoubtedly the most abominable of all, recruit their victims by promising them a better future when, in reality, it is all a deception to make huge profits at the cost of objectifying and dehumanising those who fall into the trafficking networks by treating them as mere merchandise, as mere «disposable» objects of consumption. 

According to data from UNODC (United Nations Office on Drugs and Crime), trafficking in human beings, especially for the purpose of sexual exploitation, continues to affect women and girls in particular (49% women and 23% girls) and, to a lesser extent, men and boys (21% men and 7% boys). Worst of all, very close to our cities, in broad daylight and sometimes with the knowledge of the authorities, there are victims of human trafficking who are being systematically exploited to the point of exhaustion with the complicit silence of those who could prevent it if they really had the will to do so. A silence that, moreover, contributes to continue stigmatising, singling out and criminalising the victims as responsible for a crime for which they are never guilty.

No victim is in a human trafficking network of their own free will. We tend not to want to differentiate between «consent» and «will» without thinking that, in situations of extreme need, death threats or environmental pressures, a person may agree and, therefore, «consent» to sell their body as an object of sexual pleasure or to work tirelessly in conditions of slavery but, on the contrary, we never think that, without those circumstances that place them in a situation of extreme need or vulnerability, they would never do it voluntarily. Therefore, no one wants to be a victim of sexual or labour exploitation. Enough of criminalising and blaming victims whose only «crime» has been to live in areas where hunger or war are rife. No more lies. 

Despite efforts to combat trafficking in human beings, trafficking networks still enjoy widespread impunity, both in the countries of origin, where recruitment takes place, and in the countries of destination, where they are exploited to pay off a «debt» that never ceases to increase day by day. The demand to all governments of all nations is clear: put an end to trafficking in human beings for whatever purpose and wherever it takes place in the world. 

Let us not forget that human trafficking is an attack on the inviolable human dignity of every person, a violation of the human rights of the victims and, for this reason, a crime against humanity that must be pursued to the end. 

Human beings are not objects of consumption, they are not merchandise, nor can they be subjected to the yoke of sexual, labour or any other kind of slavery. Human beings are neither bought nor sold.

Because life and human dignity are priceless. 

Let us put an end to human trafficking. 

Let’s do it now. 

🇮🇹ITALIANO🇮🇹

FACCIAMOLO SUBITO. 

(Giornata mondiale contro la tratta di persone)

Senza dubbio, la tratta di esseri umani è uno dei crimini più odiosi contro l’umanità. L’aumento delle disuguaglianze, unito alla disperazione di milioni di persone vulnerabili, il tutto aggravato dalla crisi di Covid-19, fornisce alle reti di trafficanti di esseri umani il terreno perfetto per compiere uno dei più grandi ed efferati atti di sfruttamento sessuale o lavorativo. 

La maggior parte, più della metà, di tutte le vittime della tratta di esseri umani è costituita da persone provenienti da aree in via di sviluppo, in particolare da aree impoverite o, se del caso, da aree di guerra. In questo contesto, le reti di trafficanti a scopo di sfruttamento sessuale, che è senza dubbio il più abominevole di tutti, reclutano le loro vittime promettendo loro un futuro migliore quando, in realtà, è tutto un inganno per ottenere enormi profitti a costo di oggettivare e disumanizzare coloro che cadono nelle reti di trafficanti trattandoli come mera merce, come semplici oggetti di consumo «usa e getta». 

Secondo i dati dell’UNODC (Ufficio delle Nazioni Unite contro la Droga e il Crimine), la tratta di esseri umani, soprattutto a scopo di sfruttamento sessuale, continua a colpire soprattutto donne e ragazze (49% donne e 23% ragazze) e, in misura minore, uomini e ragazzi (21% uomini e 7% ragazzi). La cosa peggiore è che a due passi dalle nostre città, in pieno giorno e talvolta all’insaputa delle autorità, ci sono vittime della tratta che vengono sistematicamente sfruttate fino allo sfinimento, con il silenzio complice di chi potrebbe impedirlo se ne avesse davvero la volontà. Un silenzio che, inoltre, contribuisce a continuare a stigmatizzare, individuare e criminalizzare le vittime come responsabili di un crimine di cui non sono mai colpevoli.

Nessuna vittima si trova in una rete di tratta di esseri umani di sua spontanea volontà. Tendiamo a non voler distinguere tra «consenso» e «volontà» senza pensare che, in situazioni di estremo bisogno, minacce di morte o pressioni ambientali, una persona può accettare e, quindi, «acconsentire» a vendere il proprio corpo come oggetto di piacere sessuale o a lavorare senza sosta in condizioni di schiavitù ma, al contrario, non pensiamo mai che, senza quelle circostanze che la pongono in una situazione di estremo bisogno o vulnerabilità, non lo farebbe mai volontariamente. Pertanto, nessuno vuole essere vittima di sfruttamento sessuale o lavorativo. Basta con la criminalizzazione e la colpevolizzazione di vittime il cui unico «crimine» è stato quello di vivere in zone dove la fame o la guerra sono diffuse. Basta con le bugie. 

Nonostante gli sforzi per combattere la tratta di esseri umani, le reti di trafficanti godono ancora di una diffusa impunità, sia nei Paesi di origine, dove avviene il reclutamento, sia in quelli di destinazione, dove vengono sfruttati per pagare un «debito» che non smette di aumentare di giorno in giorno. La richiesta a tutti i governi di tutte le nazioni è chiara: porre fine alla tratta di esseri umani, per qualsiasi scopo e ovunque abbia luogo nel mondo. 

Non dimentichiamo che la tratta di esseri umani è un attacco all’inviolabile dignità umana di ogni persona, una violazione dei diritti umani delle vittime e, per questo, un crimine contro l’umanità che deve essere perseguito fino in fondo. 

Gli esseri umani non sono oggetti di consumo, non sono merce, né possono essere sottoposti al giogo della schiavitù sessuale, lavorativa o di qualsiasi altro tipo. Gli esseri umani non si comprano né si vendono.

Perché la vita e la dignità umana non hanno prezzo. 

Poniamo fine alla tratta di esseri umani. 

Facciamolo subito. 

🇫🇷FRANÇAIS🇨🇩

FAISONS-LE MAINTENANT 

(Journée mondiale de la lutte contre la traite des êtres humains)

La traite des êtres humains est sans aucun doute l’un des crimes les plus odieux contre l’humanité. Les inégalités croissantes et le désespoir de millions de personnes vulnérables, le tout aggravé par la crise de Covid-19, offrent aux réseaux de traite des êtres humains un terrain idéal pour réaliser l’un des actes les plus importants et les plus odieux d’exploitation sexuelle ou de travail. 

La majorité, plus de la moitié, de toutes les victimes de la traite des êtres humains sont des personnes originaires de régions en développement, notamment de régions pauvres ou, le cas échéant, de régions en guerre. Dans ce contexte, les réseaux de traite à des fins d’exploitation sexuelle, qui est sans aucun doute le plus abominable de tous, recrutent leurs victimes en leur promettant un avenir meilleur alors qu’en réalité, tout n’est que tromperie pour réaliser d’énormes profits au prix de l’objectivation et de la déshumanisation de ceux qui tombent dans les réseaux de traite en les traitant comme de simples marchandises, comme de simples objets de consommation «jetables». 

Selon les données de l’ONUDC (Office des Nations unies contre la drogue et le crime), la traite des êtres humains, notamment à des fins d’exploitation sexuelle, continue de toucher particulièrement les femmes et les filles (49% de femmes et 23% de filles) et, dans une moindre mesure, les hommes et les garçons (21% d’hommes et 7% de garçons). Le pire, c’est que tout près de nos villes, en plein jour et parfois au vu et au su des autorités, il y a des victimes de la traite qui sont systématiquement exploitées jusqu’à l’épuisement avec le silence complice de ceux qui pourraient l’empêcher s’ils avaient vraiment la volonté de le faire. Un silence qui, en outre, contribue à continuer à stigmatiser, à pointer du doigt et à criminaliser les victimes comme responsables d’un crime dont elles ne sont jamais coupables.

Aucune victime ne se retrouve dans un réseau de traite des êtres humains de son plein gré. Nous avons tendance à ne pas vouloir faire la différence entre «consentement» et «volonté» sans penser que, dans des situations d’extrême nécessité, de menaces de mort ou de pressions environnementales, une personne peut accepter et, par conséquent, «consentir» à vendre son corps comme objet de plaisir sexuel ou à travailler sans relâche dans des conditions d’esclavage mais, au contraire, nous ne pensons jamais que, sans ces circonstances qui la placent dans une situation d’extrême nécessité ou de vulnérabilité, elle ne le ferait jamais volontairement. Par conséquent, personne ne souhaite être victime de l’exploitation sexuelle ou du travail. Assez de criminaliser et de blâmer les victimes dont le seul «crime» a été de vivre dans des régions où la faim ou la guerre sévissent. Assez de mensonges. 

Malgré les efforts déployés pour lutter contre la traite des êtres humains, les réseaux de trafiquants jouissent toujours d’une impunité généralisée, tant dans les pays d’origine, où le recrutement a lieu, que dans les pays de destination, où ils sont exploités pour rembourser une «dette» qui ne cesse d’augmenter de jour en jour. La demande adressée à tous les gouvernements de toutes les nations est claire : mettez fin à la traite des êtres humains à quelque fin que ce soit et où qu’elle ait lieu dans le monde. 

N’oublions pas que la traite des êtres humains est une atteinte à la dignité humaine inviolable de chaque personne, une violation des droits humains des victimes et, pour cette raison, un crime contre l’humanité qui doit être poursuivi jusqu’au bout. 

L’être humain n’est pas un objet de consommation, il n’est pas une marchandise, et il ne peut être soumis au joug de l’esclavage sexuel, du travail ou de toute autre forme d’esclavage. Les êtres humains ne sont ni achetés ni vendus.

Parce que la vie et la dignité humaine n’ont pas de prix. 

Mettons fin à la traite des êtres humains. 

Faisons-le maintenant. 

🇵🇹PORTUGUÊS🇧🇷

FAÇAMO-LO AGORA

(Dia Mundial contra o Tráfico de Pessoas)

Sem dúvida, o tráfico de seres humanos é um dos crimes mais hediondos contra a humanidade. O aumento das desigualdades associado ao desespero de milhões de pessoas vulneráveis, todos agravados pela crise da Covid-19, proporcionam às redes de tráfico de seres humanos o terreno perfeito para levar a cabo um dos maiores e mais hediondos actos de exploração sexual ou laboral. 

A maioria, mais de metade, de todas as vítimas do tráfico de seres humanos são pessoas provenientes de áreas em desenvolvimento, especialmente de áreas empobrecidas ou, quando apropriado, de áreas de guerra. Neste contexto, as redes de tráfico para fins de exploração sexual, que é sem dúvida a mais abominável de todas, recrutam as suas vítimas prometendo-lhes um futuro melhor quando, na realidade, tudo isto é um logro para obter lucros enormes à custa de objectivar e desumanizar aqueles que caem nas redes de tráfico, tratando-os como mera mercadoria, como meros objectos de consumo «descartáveis». 

De acordo com dados do UNODC (Escritório das Nações Unidas sobre Drogas e Crime), o tráfico de seres humanos, especialmente para fins de exploração sexual, continua a afectar especialmente mulheres e raparigas (49% mulheres e 23% raparigas) e, em menor medida, homens e rapazes (21% homens e 7% rapazes). O pior de tudo, muito perto das nossas cidades, em plena luz do dia e por vezes com o conhecimento das autoridades, há vítimas de tráfico que são sistematicamente exploradas até ao esgotamento com o silêncio cúmplice daqueles que poderiam impedi-lo se tivessem realmente a vontade de o fazer. Um silêncio que, além do mais, contribui para continuar a estigmatizar, a destacar e a criminalizar as vítimas como responsáveis por um crime pelo qual nunca são culpadas.

Nenhuma vítima se encontra numa rede de tráfico de pessoas por sua livre vontade. Tendemos a não querer diferenciar entre «consentimento» e «vontade» sem pensar que, em situações de extrema necessidade, ameaças de morte ou pressões ambientais, uma pessoa pode concordar e, portanto, «consentir» em vender o seu corpo como objecto de prazer sexual ou em trabalhar incansavelmente em condições de escravatura mas, pelo contrário, nunca pensamos que, sem aquelas circunstâncias que a colocam numa situação de extrema necessidade ou vulnerabilidade, nunca o fariam voluntariamente. Por conseguinte, ninguém quer ser vítima de exploração sexual ou laboral. Basta de criminalizar e culpar as vítimas cujo único «crime» foi viver em zonas de fome ou de guerra. Basta de mentiras. 

Apesar dos esforços para combater o tráfico de seres humanos, as redes de tráfico ainda gozam de impunidade generalizada, tanto nos países de origem, onde o recrutamento tem lugar, como nos países de destino, onde são exploradas para pagar uma «dívida» que nunca deixa de aumentar de dia para dia. A exigência a todos os governos de todas as nações é clara: pôr fim ao tráfico de pessoas para qualquer finalidade e em qualquer parte do mundo onde quer que ocorra. 

Não esqueçamos que o tráfico humano é um ataque à dignidade humana inviolável de cada pessoa, uma violação dos direitos humanos das vítimas e, por esta razão, um crime contra a humanidade que deve ser perseguido até ao fim. 

Os seres humanos não são objectos de consumo, não são mercadorias, nem podem ser sujeitos ao jugo da escravidão sexual, laboral ou de qualquer outro tipo. Os seres humanos não são comprados nem vendidos.

Porque a vida e a dignidade humana não têm preço. 

Ponhamos fim ao tráfico de seres humanos. 

Façamo-lo agora. 

🇬🇷ΕΛΛΗΝΙΚΉ🇨🇾

ΑΣ ΤΟ ΚΆΝΟΥΜΕ ΤΏΡΑ

(Παγκόσμια Ημέρα κατά της Εμπορίας Προσώπων)

Αναμφίβολα, η εμπορία ανθρώπων είναι ένα από τα πιο ειδεχθή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Οι αυξανόμενες ανισότητες σε συνδυασμό με την απελπισία εκατομμυρίων ευάλωτων ανθρώπων, τα οποία επιδεινώνονται από την κρίση Covid-19, παρέχουν στα δίκτυα εμπορίας ανθρώπων το τέλειο έδαφος για να πραγματοποιήσουν μια από τις μεγαλύτερες και πιο αποτρόπαιες πράξεις σεξουαλικής ή εργασιακής εκμετάλλευσης. 

Η πλειονότητα, περισσότερο από το ήμισυ, όλων των θυμάτων εμπορίας ανθρώπων είναι άτομα από αναπτυσσόμενες περιοχές, ιδίως από φτωχές περιοχές ή, κατά περίπτωση, από περιοχές πολέμου. Στο πλαίσιο αυτό, τα δίκτυα εμπορίας ανθρώπων με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση, που είναι αναμφίβολα το πιο αποτρόπαιο από όλα, στρατολογούν τα θύματά τους υποσχόμενοι τους ένα καλύτερο μέλλον, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για μια απάτη με σκοπό την αποκόμιση τεράστιων κερδών με κόστος την αντικειμενοποίηση και τον εξευτελισμό όσων πέφτουν στα δίκτυα εμπορίας ανθρώπων, αντιμετωπίζοντάς τους ως απλό εμπόρευμα, ως απλά «αναλώσιμα» αντικείμενα κατανάλωσης. 

Σύμφωνα με τα στοιχεία του UNODC (Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα), η εμπορία ανθρώπων, ιδίως με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση, εξακολουθεί να πλήττει ιδιαίτερα τις γυναίκες και τα κορίτσια (49% γυναίκες και 23% κορίτσια) και, σε μικρότερο βαθμό, τους άνδρες και τα αγόρια (21% άνδρες και 7% αγόρια). Το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι πολύ κοντά στις πόλεις μας, μέρα μεσημέρι και μερικές φορές εν γνώσει των αρχών, υπάρχουν θύματα εμπορίας ανθρώπων που υφίστανται συστηματική εκμετάλλευση μέχρις εξαντλήσεως, με τη σιωπή όσων θα μπορούσαν να το αποτρέψουν, αν είχαν πραγματικά τη βούληση να το κάνουν. Μια σιωπή που, επιπλέον, συμβάλλει στη συνέχιση του στιγματισμού, του διαχωρισμού και της ποινικοποίησης των θυμάτων ως υπεύθυνων για ένα έγκλημα για το οποίο δεν είναι ποτέ ένοχα.

Κανένα θύμα δεν συμμετέχει σε ένα δίκτυο εμπορίας ανθρώπων με τη δική του ελεύθερη βούληση. Έχουμε την τάση να μην θέλουμε να κάνουμε διάκριση μεταξύ «συναίνεσης» και «βούλησης» χωρίς να σκεφτόμαστε ότι, σε καταστάσεις ακραίας ανάγκης, απειλών θανάτου ή περιβαλλοντικών πιέσεων, ένα άτομο μπορεί να συμφωνήσει και, επομένως, να «συναινέσει» να πουλήσει το σώμα του ως αντικείμενο σεξουαλικής απόλαυσης ή να εργαστεί ακούραστα σε συνθήκες δουλείας, αλλά, αντίθετα, ποτέ δεν σκεφτόμαστε ότι, χωρίς αυτές τις συνθήκες που το θέτουν σε κατάσταση ακραίας ανάγκης ή ευαλωτότητας, δεν θα το έκανε ποτέ οικειοθελώς. Επομένως, κανείς δεν θέλει να πέσει θύμα σεξουαλικής ή εργασιακής εκμετάλλευσης. Αρκετά με την ποινικοποίηση και την ενοχοποίηση των θυμάτων των οποίων το μόνο «έγκλημα» ήταν ότι ζούσαν σε περιοχές πείνας ή πολέμου. Αρκετά με τα ψέματα. 

Παρά τις προσπάθειες για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων, τα δίκτυα εμπορίας εξακολουθούν να απολαμβάνουν εκτεταμένη ατιμωρησία, τόσο στις χώρες προέλευσης, όπου γίνεται η στρατολόγηση, όσο και στις χώρες προορισμού, όπου οι άνθρωποι εκμεταλλεύονται για να εξοφλήσουν ένα «χρέος» που δεν παύει να αυξάνεται μέρα με τη μέρα. Η απαίτηση προς όλες τις κυβερνήσεις όλων των εθνών είναι σαφής: βάλτε τέλος στην εμπορία ανθρώπων για οποιονδήποτε σκοπό και οπουδήποτε και αν λαμβάνει χώρα στον κόσμο. 

Ας μην ξεχνάμε ότι η εμπορία ανθρώπων αποτελεί επίθεση στην απαραβίαστη ανθρώπινη αξιοπρέπεια κάθε ανθρώπου, παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των θυμάτων και, για το λόγο αυτό, έγκλημα κατά της ανθρωπότητας που πρέπει να καταδιωχθεί μέχρι τέλους. 

Τα ανθρώπινα όντα δεν είναι αντικείμενα κατανάλωσης, δεν είναι εμπορεύματα, ούτε μπορούν να υποβληθούν στο ζυγό της σεξουαλικής, εργασιακής ή οποιασδήποτε άλλης μορφής δουλείας. Τα ανθρώπινα όντα δεν αγοράζονται ούτε πωλούνται.

Επειδή η ζωή και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι ανεκτίμητες. 

Ας βάλουμε τέλος στην εμπορία ανθρώπων. 

Ας το κάνουμε τώρα. 

🇨🇳汉语🇨🇳

我们现在就去做吧

(世界打击贩运人口行为日)

毋庸置疑,人口贩运是最令人发指的反人类罪行之一。日益严重的不平等现象加上数百万弱势人群的绝望,所有这些都因Covid-19危机而加剧,为人口贩运网络提供了完美的温床,以实施最大和最令人发指的性剥削或劳动剥削行为之一。

在所有人口贩运的受害者中,大多数(超过一半)是来自发展中地区,特别是贫困地区或适当的战争地区的人。在这种情况下,以性剥削为目的的贩运网络无疑是最可恶的,他们招募受害者,承诺给他们一个更好的未来,但实际上,这一切都是一个骗局,以物化和非人化那些落入贩运网络的人为代价,把他们当作纯粹的商品,当作纯粹的 «一次性 «消费对象,以赚取巨额利润。

根据联合国毒品和犯罪问题办公室(UNODC)的数据,人口贩运,特别是以性剥削为目的的人口贩运,继续特别影响妇女和女孩(49%的妇女和23%的女孩),在较小的程度上,影响男子和男孩(21%的男子和7%的男孩)。最糟糕的是,在离我们的城市非常近的地方,在光天化日之下,有时在当局知情的情况下,有一些人口贩运的受害者被系统地剥削到筋疲力尽,而那些如果他们真的有意愿这样做的话就可以防止这种情况的人却保持着同谋的沉默。此外,这种沉默还助长了对受害者的继续污名化,将他们单独挑出来,并将其定为犯罪行为的责任人,而他们从来没有犯过罪。

没有一个受害者是出于自愿加入人口贩运网络的。我们往往不想区分 «同意 «和 «意愿»,不认为在极端需要、死亡威胁或环境压力的情况下,一个人可能同意并因此 «同意 «出卖自己的身体作为性快感的对象,或在奴役的条件下不知疲倦地工作,但相反,我们从不认为,如果没有这些使他们处于极端需要或脆弱的情况下,他们绝不会自愿这样做。因此,没有人愿意成为性剥削或劳动剥削的受害者。够了,不要再对那些唯一的 «罪行 «是生活在饥饿或战争猖獗地区的受害者进行定罪和指责。足够的谎言。

尽管在打击人口贩运方面做出了努力,但贩运网络仍然普遍不受惩罚,无论是在招募人口的原籍国还是在目的地国,他们都被利用来偿还日渐增多的 «债务»。对所有国家政府的要求是明确的:结束在世界任何地方发生的出于任何目的的人口贩运。

我们不要忘记,人口贩运是对每个人不可侵犯的人类尊严的攻击,是对受害者人权的侵犯,为此,它是一种必须追查到底的反人类罪。

人不是消费的对象,不是商品,也不能受到性、劳动或任何其他形式的奴役的桎梏。人类既不被购买也不被出售。

因为生命和人类尊严是无价的。

让我们结束人口贩运。

我们现在就去做吧。

🇷🇺РУССКИЙ🇷🇺

ДАВАЙТЕ СДЕЛАЕМ ЭТО СЕЙЧАС 

(Всемирный день борьбы с торговлей людьми)

Несомненно, торговля людьми – одно из самых чудовищных преступлений против человечества. Растущее неравенство в сочетании с отчаянием миллионов уязвимых людей, усугубленным кризисом Covid-19, создают для сетей торговли людьми идеальную питательную среду для совершения одного из самых крупных и отвратительных актов сексуальной или трудовой эксплуатации. 

Большинство, более половины, всех жертв торговли людьми – это люди из развивающихся, особенно бедных районов или, в соответствующих случаях, районов военных действий. В этом контексте сети торговли людьми с целью сексуальной эксплуатации, которая, несомненно, является самой отвратительной из всех, вербуют своих жертв, обещая им лучшее будущее, когда на самом деле это все обман для получения огромных прибылей ценой объективизации и дегуманизации тех, кто попадает в сети торговли людьми, рассматривая их как простой товар, как «одноразовые» предметы потребления. 

По данным УНП ООН (Управление ООН по наркотикам и преступности), торговля людьми, особенно с целью сексуальной эксплуатации, по-прежнему затрагивает в первую очередь женщин и девочек (49% женщин и 23% девочек) и, в меньшей степени, мужчин и мальчиков (21% мужчин и 7% мальчиков). Хуже всего то, что совсем рядом с нашими городами, средь бела дня, а иногда и с ведома властей, находятся жертвы торговли людьми, которых систематически эксплуатируют до изнеможения при попустительском молчании тех, кто мог бы это предотвратить, если бы у них действительно было желание это сделать. Молчание, которое, более того, способствует продолжению стигматизации, выделению и криминализации жертв как ответственных за преступление, в котором они никогда не были виновны.

Ни одна жертва не попадает в сеть торговли людьми по собственной воле. Мы, как правило, не хотим проводить различие между «согласием» и «волей», не думая о том, что в ситуации крайней нужды, угрозы смерти или давления окружающей среды человек может согласиться и, следовательно, «дать согласие» на продажу своего тела как объекта сексуального наслаждения или на неустанный труд в условиях рабства, но, напротив, мы никогда не думаем, что без этих обстоятельств, ставящих его в ситуацию крайней нужды или уязвимости, он никогда бы не сделал этого добровольно. Поэтому никто не хочет быть жертвой сексуальной или трудовой эксплуатации. Хватит криминализировать и обвинять жертв, единственным «преступлением» которых было проживание в районах голода или войны. Хватит лгать. 

Несмотря на усилия по борьбе с торговлей людьми, сети торговцев людьми по-прежнему пользуются широко распространенной безнаказанностью как в странах происхождения, где происходит вербовка, так и в странах назначения, где их эксплуатируют, чтобы выплатить «долг», который не перестает расти день ото дня. Требование ко всем правительствам всех стран ясно: положить конец торговле людьми, с какой бы целью и где бы она ни происходила в мире. 

Давайте не будем забывать, что торговля людьми – это посягательство на неприкосновенное человеческое достоинство каждого человека, нарушение прав человека жертв и, по этой причине, преступление против человечества, которое должно преследоваться до конца. 

Люди не являются объектами потребления, они не являются товаром, и на них не может быть наложено ярмо сексуального, трудового или любого другого вида рабства. Человеческие существа не покупаются и не продаются.

Потому что жизнь и человеческое достоинство бесценны. 

Давайте покончим с торговлей людьми. 

Давайте сделаем это сейчас. 

Ένα μονοπάτι χωρίς μίσος

(Διεθνής Ημέρα για την Αντιμετώπιση του Λόγου Μίσους)

Τον τελευταίο καιρό, έχουμε δει πώς ο λόγος του μίσους έχει εξαπλωθεί παντού. Αναμφίβολα, η υποκίνηση της βίας, του μίσους και των διακρίσεων πηγάζει από ιδεολογικές αντιλήψεις που επιδιώκουν να εξαλείψουν τη διαφορετικότητα, τον πλούτο της διαφορετικότητας και να αποσταθεροποιήσουν την κοινωνία αρνούμενες τις αρχές και τις αξίες του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που αποτελούν την κοινή μας κληρονομιά.

Με κακόβουλη πρόθεση να υποτιμηθούν άνθρωποι ή ομάδες ανθρώπων λόγω των χαρακτηριστικών της ταυτότητάς τους, ο ρατσισμός, η ξενοφοβία, ο μισογυνισμός, η LGTBIφοβία, η ισλαμοφοβία, ο αντισημιτισμός, η αποφοβία, η δυσφοβία, καθώς και κάθε συμπεριφορά που αντιτίθεται στην απαραβίαστη ανθρώπινη αξιοπρέπεια κάθε ανθρώπου, όποιος και αν είναι, θέτουν σε σοβαρό κίνδυνο την ειρήνη μεταξύ των λαών, την ασφάλεια της Διεθνούς Κοινότητας, την υπεράσπιση του άμεσου περιβάλλοντος και, φυσικά, τα ανθρώπινα δικαιώματα εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο. 

Καθώς ο κόσμος παρακολουθεί με τρόμο τον πόλεμο στην Ουκρανία, σε έναν κόσμο όπου εξακολουθούν να μαίνονται δεκάδες ένοπλες συγκρούσεις, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι λέξεις μπορούν επίσης να γίνουν όπλα ικανά να προκαλέσουν τις μεγαλύτερες αποτρόπαιες πράξεις. Σε όλη την πρόσφατη ιστορία μας, έχουμε δει πώς η ρητορική μίσους οδήγησε στο θάνατο εκατομμυρίων ανθρώπων στο Ολοκαύτωμα, σε εκατοντάδες χιλιάδες στη γενοκτονία της Ρουάντα κατά των Τούτσι στα μέσα της δεκαετίας του 1990, σε δεκάδες χιλιάδες στο Ανατολικό Τιμόρ κατά τη διάρκεια της κατοχής της Ινδονησίας, σε χιλιάδες στη σφαγή της Σρεμπρένιτσα στον πόλεμο της Βοσνίας ή, πιο πρόσφατα, στη Βιρμανία όπου η μειονότητα των Τούτσι σκοτώθηκε από τους Τούτσι στον πόλεμο της Βοσνίας, στη Βιρμανία, όπου η μειονότητα των Ροχίνγκια εξακολουθεί να αποτελεί στόχο διακρίσεων και εγκλημάτων μίσους σε τέτοια κλίμακα, ώστε θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι πρόκειται για την πρώτη γενοκτονία του 21ου αιώνα, η οποία δεν έχει ακόμη και σήμερα επιλυθεί, κατά την οποία τα δικαιώματα της μουσουλμανικής μειονότητας εξακολουθούν να παραβιάζονται συστηματικά και της οποίας οι δράστες και οι υπεύθυνοι πρέπει να προσαχθούν ενώπιον του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου το συντομότερο δυνατόν.

Είναι σαφές ότι η ρητορική μίσους δεν γνωρίζει σύνορα, και τα τελευταία χρόνια τα κοινωνικά δίκτυα είναι το μέσο όπου έχει εξαπλωθεί περισσότερο και καλύτερα. Ταυτόχρονα με την πανδημία του Covid-19, το μίσος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχει ξεσπάσει κατά των μειονοτήτων, οι οποίες για άλλη μια φορά έχουν ξεχωρίσει, στιγματιστεί και ποινικοποιηθεί από εκείνους που καθοδηγούνται μόνο από παράλογο μίσος. 

Για την αντιμετώπιση του εγκληματικού μίσους, απαιτούνται σχέδια δράσης για την καταπολέμηση της ρητορικής μίσους, προκειμένου να εφαρμοστούν όλα τα αναγκαία μέτρα για την εξάλειψή της. Ας θυμόμαστε ότι η ελευθερία της έκφρασης και της γνώμης δεν είναι απόλυτα δικαιώματα, καθώς δεν καλύπτουν τη δυσφήμιση, τη συκοφαντία, τη δυσφήμιση, τον εξευτελισμό και την ποινικοποίηση, ούτε την υποκίνηση σε βίαιες ενέργειες κατά ατόμων ή ομάδων ατόμων.

Η ελευθερία της έκφρασης δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να χρησιμοποιηθεί για την απομυθοποίηση, την καταστροφή ή την άρνηση της αξιοπρέπειας οποιουδήποτε. Για το λόγο αυτό, η κοινωνία των πολιτών, τα μεγάλα κοινωνικά δίκτυα, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, οι υπηρεσίες επιβολής του νόμου και, φυσικά, οι δημοκρατικοί θεσμοί όλων των κρατών πρέπει να προωθήσουν κοινές δράσεις που συμβάλλουν στην εξάλειψη του μίσους από την κοινωνία μας, κυρίως μέσω της εκπαίδευσης. Επειδή ένα εκπαιδευτικό μοντέλο που βασίζεται στο σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων των ανθρώπων, σε όλα τα εκπαιδευτικά κέντρα και σε όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης, είναι το καλύτερο μέσο για να μπει τέλος στο παράλογο μίσος που βασίζεται στην προκατάληψη, την άγνοια και την κακόβουλη παραπληροφόρηση.

Πρέπει να δεσμευτούμε, να βάλουμε τέλος στη ρητορική μίσους και την απόρριψη των διαφορετικών είναι υποχρέωση ολόκληρης της κοινωνίας, ολόκληρης της ανθρωπότητας. Ας σκεφτούμε ότι ο σεβασμός, η πολυμορφία και η ενσωμάτωση είναι οι βασικοί πυλώνες στους οποίους βασίζεται κάθε σύγχρονη, δημοκρατική και προηγμένη κοινωνία. 

Αν πρέπει να μισήσουμε κάτι, ας μισήσουμε το μίσος που καταστρέφει. 

Ας αγκαλιάσουμε τον σεβασμό και την ποικιλομορφία που οικοδομεί. 

Γιατί αυτός είναι ο τρόπος. 

Ένα μονοπάτι χωρίς μίσος.

Un camino sin odio

(Escrito en 🇪🇸🇲🇽– Written in 🇬🇧🇺🇸– Scritto in 🇮🇹– Rédigé en 🇫🇷🇨🇩– Escrito em 🇵🇹🇧🇷 – Γραμμένο στα 🇬🇷🇨🇾写在🇨🇳- Написано в 🇷🇺)

🇪🇸ESPAÑOL🇲🇽

(Día Internacional para Contrarrestar el Discurso de Odio)

En los últimos tiempos, hemos visto cómo el discurso del oido se ha extendido por todas partes. Sin lugar a dudas, la incitación a la violencia, el odio y la discriminación, parten de aquellas concepciones ideológicas que busca erradicar la diferencia, la riqueza de la diversidad y desestabilizar a la sociedad negando los principios y valores de respeto hacia los derechos humanos que son nuestro patrimonio común.

Con una intencionalidad dolosa que pretende deshumanizar a personas o grupos de personas por sus características identitarias, el racismo, la xenofobia, la misoginia, la LGTBIfobia, la islamofobia, el antisemitismo, la aporofobia, la disfobia, así como cualquier conducta contraria hacia la dignidad humana inviolable de toda persona, sea quien sea, ponen en serio riesgo la paz entre los pueblos, la seguridad de la Comunidad Internacional, la defensa de nuestro entorno más cercano y, por supuesto, los derechos humanos de millones personas en todo el mundo. 

En estos momentos en los que el mundo contempla horrorizado la guerra en Ucrania, en un mundo en donde aún perduran decenas de conflictos armados, hemos de reconocer que la palabras también pueden convertirse en armas capaces de causar las mayores abominaciones. A lo largo de nuestra historia reciente, hemos visto cómo el discurso del odio provocó la muerte de millones de personas en el Holocausto, al cientos de miles en el genocidio cometido en Rwanda contra los tutsis a mediados de la década de los noventa, a decenas de miles en Timor Oriental durante la ocupación de Indonesia, a miles en la matanza de Srebrenica en la Guerra de Bosnia o, más recientemente, en Birmania en donde la minoría rohinyá sigue siendo blanco de discriminación y crímenes de odio de tal magnitud que podría afirmarse que estamos ante el primer genocidio del siglo XXI y que, a día de hoy, aún sigue sin resolverse, en el que se siguen vulnerando sistemáticamente los derechos de la minoría musulmana y cuyos responsables deben  ser conducidos lo antes posible ante la Corte Penal Internacional.

Resulta evidente que el discurso del odio no conoce fronteras y las redes sociales han sido en los últimos años el medio en donde más y mejor se ha extendido. Coincidiendo con la pandemia por el Covid-19, el odio en las redes ha campado a sus anchas en contra de las minorías que han vuelto a ser señaladas, estigmatizadas y criminalizadas por quienes solo se mueven por el odio irracional. 

Para contrarrestarlo el odio criminal, son necesarios planes de actuación de lucha contra el discurso del odio para poder implementar todas las medidas que sean necesarias para su erradicación. Pensemos que la libertad de expresión y de opinión no son derechos absolutos pues no ampara la difamación, la injuria, la calumnia, la humillación y la criminalización ni tampoco la incitación a actuar con violencia sobre personas o grupos de personas.

La libertad de expresión no puede utilizarse, en modo alguno, para deshumanizar, para destruir o para negar la dignidad de nadie. Por eso, la sociedad civil, las grandes Redes Sociales, los medios de comunicación, las Fuerzas y Cuerpos de Seguridad y, por supuesto, las Instituciones democráticas de todos los Estados deben promover acciones conjuntas que contribuyan a erradicar el odio de nuestra sociedad y, principalmente, a través de la Educación. Porque modelo educativo basado en el respeto hacia los derechos humanos de toda persona, en todos los centros educativos y en todos grados de enseñanza, es el mejor instrumento para acabar con el odio irracional basado en el prejuicio, en la ignorancia y en la desinformación malintencionada.

Debemos comprometernos, acabar con el discurso de odio y con el rechazo hacia quien es diferente es una obligación de toda la sociedad, de toda la humanidad. Pensemos que el respeto, la diversidad y la inclusión son los pilares esenciales en los que se asienta toda sociedad moderna, democrática y avanzada. 

Si tenemos que odio algo, odiemos el odio que destruye. 

Abracemos el respeto y la diversidad que construyen. 

Porque ese es el camino. 

Un camino sin odio.

🇬🇧ENGLISH🇺🇸

A WAY WITH NO HATE

(International Day for Countering Hate Speech)

In recent times, we have seen how the discourse of hate has spread everywhere. Undoubtedly, incitement to violence, hatred and discrimination stem from ideological conceptions that seek to eradicate difference, the richness of diversity and destabilise society by denying the principles and values of respect for the human rights that are our common heritage.

With a malicious intent to dehumanise people or groups of people because of their identity characteristics, racism, xenophobia, misogyny, LGTBIphobia, Islamophobia, anti-Semitism, aporophobia, dysphobia, as well as any conduct contrary to the inviolable human dignity of every person, whoever they may be, seriously jeopardise peace between peoples, the security of the International Community, the defence of our immediate environment and, of course, the human rights of millions of people around the world. 

As the world watches in horror the war in Ukraine, in a world where dozens of armed conflicts still rage, we must recognise that words can also become weapons capable of causing the greatest abominations. Throughout our recent history, we have seen how hate speech led to the deaths of millions in the Holocaust, to hundreds of thousands in the Rwandan genocide against the Tutsi in the mid-1990s, to tens of thousands in East Timor during the occupation of Indonesia, to thousands in the Srebrenica massacre in the Bosnian War or, more recently, in Burma where the minority Tutsi minority was killed by the Tutsi in the war in Bosnia, in Burma, where the Rohingya minority continues to be the target of discrimination and hate crimes on such a scale that it could be argued that this is the first genocide of the 21st century, still unresolved today, in which the rights of the Muslim minority continue to be systematically violated and whose perpetrators and perpetrators must be brought before the International Criminal Court as soon as possible.

It is clear that hate speech knows no borders, and in recent years social networks have been the medium where it has spread most and best. Coinciding with the Covid-19 pandemic, hatred on social media has been rampant against minorities, who have once again been singled out, stigmatised and criminalised by those who are only driven by irrational hatred. 

To counteract criminal hatred, action plans are needed to combat hate speech in order to implement all the measures necessary to eradicate it. Let us remember that freedom of expression and opinion are not absolute rights, as they do not cover defamation, libel, slander, humiliation and criminalisation or incitement to act violently against individuals or groups of people.

Freedom of expression can in no way be used to dehumanise, destroy or deny the dignity of anyone. For this reason, civil society, the major social networks, the media, law enforcement agencies and, of course, the democratic institutions of all States must promote joint actions that contribute to eradicating hatred from our society, mainly through education. Because an educational model based on respect for the human rights of all people, in all educational centres and at all levels of education, is the best instrument to put an end to irrational hatred based on prejudice, ignorance and malicious misinformation.

We must commit ourselves, to put an end to hate speech and rejection of those who are different is an obligation of the whole society, of the whole of humanity. Let’s think that respect, diversity and inclusion are the essential pillars on which every modern, democratic and advanced society is based. 

If we must hate something, let us hate the hatred that destroys. 

Let us embrace respect and diversity that builds. 

Because that is the way.

A way with no hate.

🇮🇹ITALIANO🇮🇹

UN CAMMINO SENZA ODIO

(Giornata Internazionale contro i Discorsi d’Odio)

Negli ultimi tempi abbiamo visto come il discorso dell’odio si sia diffuso ovunque. Senza dubbio, l’incitamento alla violenza, all’odio e alla discriminazione deriva da concezioni ideologiche che cercano di sradicare la differenza, la ricchezza della diversità e di destabilizzare la società negando i principi e i valori del rispetto dei diritti umani che sono il nostro patrimonio comune.

Con l’intento malevolo di disumanizzare persone o gruppi di persone a causa delle loro caratteristiche identitarie, il razzismo, la xenofobia, la misoginia, la LGTBIfobia, l’islamofobia, l’antisemitismo, l’aporofobia, la disfobia, così come qualsiasi comportamento contrario all’inviolabile dignità umana di ogni persona, chiunque essa sia, mettono seriamente a rischio la pace tra i popoli, la sicurezza della Comunità internazionale, la difesa del nostro ambiente circostante e, naturalmente, i diritti umani di milioni di persone nel mondo. 

Mentre il mondo assiste con orrore alla guerra in Ucraina, in un mondo in cui infuriano ancora decine di conflitti armati, dobbiamo riconoscere che anche le parole possono diventare armi capaci di provocare i più grandi abomini. Nella nostra storia recente, abbiamo visto come i discorsi d’odio abbiano portato alla morte di milioni di persone nell’Olocausto, di centinaia di migliaia nel genocidio ruandese contro i tutsi a metà degli anni ’90, di decine di migliaia a Timor Est durante l’occupazione dell’Indonesia, di migliaia nel massacro di Srebrenica nella guerra di Bosnia o, più recentemente, in Birmania, dove la minoranza tutsi è stata uccisa dai tutsi nella guerra in Bosnia, in Birmania, dove la minoranza Rohingya continua a essere bersaglio di discriminazioni e crimini d’odio su una scala tale che si potrebbe sostenere che si tratta del primo genocidio del XXI secolo, ancora oggi irrisolto, in cui i diritti della minoranza musulmana continuano a essere sistematicamente violati e i cui autori e mandanti devono essere portati al più presto davanti alla Corte penale internazionale.

È chiaro che l’hate speech non conosce confini e negli ultimi anni i social network sono stati il mezzo in cui si è diffuso di più e meglio. In concomitanza con la pandemia di Covid-19, l’odio sui social media si è scatenato contro le minoranze, che ancora una volta sono state individuate, stigmatizzate e criminalizzate da chi è mosso solo da un odio irrazionale. 

Per contrastare l’odio criminale, sono necessari piani d’azione per combattere i discorsi d’odio al fine di attuare tutte le misure necessarie per sradicarli. Ricordiamo che la libertà di espressione e di opinione non sono diritti assoluti, in quanto non comprendono la diffamazione, la calunnia, l’umiliazione e la criminalizzazione, né l’incitamento ad agire con violenza contro individui o gruppi di persone.

La libertà di espressione non può in alcun modo essere usata per disumanizzare, distruggere o negare la dignità di nessuno. Per questo motivo, la società civile, i principali social network, i media, le forze dell’ordine e, naturalmente, le istituzioni democratiche di tutti gli Stati devono promuovere azioni congiunte che contribuiscano a sradicare l’odio dalla nostra società, soprattutto attraverso l’educazione. Perché un modello educativo basato sul rispetto dei diritti umani di tutte le persone, in tutti i centri educativi e a tutti i livelli di istruzione, è lo strumento migliore per porre fine all’odio irrazionale basato su pregiudizi, ignoranza e disinformazione.

Dobbiamo impegnarci, porre fine ai discorsi di odio e di rifiuto di chi è diverso è un obbligo di tutta la società, di tutta l’umanità. Pensiamo che il rispetto, la diversità e l’inclusione sono i pilastri essenziali su cui si basa ogni società moderna, democratica e avanzata. 

Se dobbiamo odiare qualcosa, odiamo l’odio che distrugge. 

Accogliamo il rispetto e la diversità che costruisce. 

Perché questo è il cammino. 

Un cammino senza odio.

🇫🇷FRANÇAIS🇨🇩

UN CHEMIN SANS HAINE

(Journée internationale de la lutte contre les discours de haine)

Ces derniers temps, nous avons vu comment le discours de la haine s’est répandu partout. Il ne fait aucun doute que l’incitation à la violence, à la haine et à la discrimination découle de conceptions idéologiques qui visent à éradiquer la différence, la richesse de la diversité et à déstabiliser la société en niant les principes et les valeurs de respect des droits humains de qui constituent notre patrimoine commun.

Avec une intention malveillante de déshumaniser des personnes ou des groupes de personnes en raison de leurs caractéristiques identitaires, le racisme, la xénophobie, la misogynie, la LGTBIphobie, l’islamophobie, l’antisémitisme, l’aporophobie, la dysphobie, ainsi que tout comportement contraire à la dignité humaine inviolable de toute personne, quelle qu’elle soit, mettent gravement en péril la paix entre les peuples, la sécurité de la Communauté internationale, la défense de notre environnement immédiat et, bien sûr, les droits humains de millions de personnes dans le monde. 

Alors que le monde observe avec horreur la guerre en Ukraine, dans un monde où des dizaines de conflits armés font encore rage, nous devons reconnaître que les mots peuvent aussi devenir des armes capables de provoquer les plus grandes abominations. Tout au long de notre histoire récente, nous avons vu comment les discours de haine ont entraîné la mort de millions de personnes lors de l’Holocauste, de centaines de milliers de personnes lors du génocide rwandais contre les Tutsis au milieu des années 1990, de dizaines de milliers de personnes au Timor oriental pendant l’occupation de l’Indonésie, de milliers de personnes lors du massacre de Srebrenica pendant la guerre de Bosnie ou, plus récemment, en Birmanie où la minorité tutsie a été tuée par les Tutsis pendant la guerre de Bosnie, en Birmanie, où la minorité rohingya continue d’être la cible de discriminations et de crimes haineux à une telle échelle que l’on pourrait affirmer qu’il s’agit du premier génocide du XXIe siècle, toujours non résolu aujourd’hui, dans lequel les droits de la minorité musulmane continuent d’être systématiquement violés et dont les auteurs et les responsables doivent être traduits devant la Cour pénale internationale dans les meilleurs délais.

Il est clair que les discours de haine ne connaissent pas de frontières, et ces dernières années, les réseaux sociaux ont été le support où ils se sont le plus et le mieux répandus. Parallèlement à la pandémie de Covid-19, la haine sur les médias sociaux s’est déchaînée contre les minorités, qui ont une fois de plus été montrées du doigt, stigmatisées et criminalisées par ceux qui ne sont mus que par une haine irrationnelle. 

Pour contrer la haine criminelle, des plans d’action sont nécessaires pour combattre les discours de haine afin de mettre en œuvre toutes les mesures nécessaires à leur éradication. Rappelons que la liberté d’expression et d’opinion ne sont pas des droits absolus, puisqu’ils ne couvrent pas la diffamation, la calomnie, l’humiliation et la criminalisation ou l’incitation à agir violemment contre des individus ou des groupes de personnes.

La liberté d’expression ne peut en aucun cas être utilisée pour déshumaniser, détruire ou nier la dignité de quiconque. C’est pourquoi la société civile, les grands réseaux sociaux, les médias, les forces de l’ordre et, bien sûr, les institutions démocratiques de tous les États doivent promouvoir des actions communes qui contribuent à éradiquer la haine de notre société, principalement par l’éducation. Parce qu’un modèle éducatif fondé sur le respect des droits de l’homme de toutes les personnes, dans tous les centres éducatifs et à tous les niveaux d’enseignement, est le meilleur instrument pour mettre fin à la haine irrationnelle fondée sur les préjugés, l’ignorance et la désinformation malveillante.

Nous devons nous engager, mettre fin aux discours de haine et au rejet de ceux qui sont différents est une obligation de toute la société, de toute l’humanité. Pensons que le respect, la diversité et l’inclusion sont les piliers essentiels sur lesquels repose toute société moderne, démocratique et avancée. 

Si nous devons haïr quelque chose, haïssons la haine qui détruit. 

Adoptons le respect et la diversité qui construisent. 

Parce que c’est le chemin. 

Un chemin sans haine.

🇵🇹PORTUGUÊS🇧🇷

UM CAMINHO SEM ÓDIO

(Dia Internacional de Combate ao Discurso de Ódio)

Nos últimos tempos, temos visto como o discurso do ódio se tem espalhado por todo o lado. Sem dúvida, o incitamento à violência, ao ódio e à discriminação deriva de concepções ideológicas que procuram erradicar a diferença, a riqueza da diversidade e desestabilizar a sociedade, negando os princípios e valores do respeito pelos direitos humanos que são o nosso património comum.

Com uma intenção maliciosa de desumanizar pessoas ou grupos de pessoas devido às suas características de identidade, o racismo, a xenofobia, a misoginia, a LGTBIfobia, a islamofobia, o anti-semitismo, a aporofobia, a disfobia, bem como qualquer conduta contrária à dignidade humana inviolável de cada pessoa, quem quer que seja, põe seriamente em perigo a paz entre os povos, a segurança da comunidade internacional, a defesa do nosso ambiente imediato e, claro, os direitos humanos de milhões de pessoas em todo o mundo. 

Enquanto o mundo assiste horrorizado à guerra na Ucrânia, num mundo onde dezenas de conflitos armados ainda grassam, temos de reconhecer que as palavras também podem tornar-se armas capazes de causar as maiores abominações. Ao longo da nossa história recente, vimos como o discurso do ódio levou à morte de milhões no Holocausto, a centenas de milhares no genocídio ruandês contra os Tutsi em meados da década de 1990, a dezenas de milhares em Timor Leste durante a ocupação da Indonésia, a milhares no massacre de Srebrenica na Guerra da Bósnia ou, mais recentemente, na Birmânia, onde a minoria Tutsi foi morta pelos Tutsi na guerra da Bósnia, na Birmânia, onde a minoria Rohingya continua a ser alvo de discriminação e de crimes de ódio a tal escala que se poderia argumentar que este é o primeiro genocídio do século XXI, ainda hoje por resolver, em que os direitos da minoria muçulmana continuam a ser sistematicamente violados e cujos perpetradores e perpetradores devem ser levados perante o Tribunal Penal Internacional o mais rapidamente possível.

É evidente que o discurso do ódio não conhece fronteiras, e nos últimos anos as redes sociais têm sido o meio onde mais e melhor se tem difundido. Coincidindo com a pandemia de Covid-19, o ódio nos meios de comunicação social tem sido galopante contra as minorias, que mais uma vez foram destacadas, estigmatizadas e criminalizadas por aqueles que são apenas movidos por um ódio irracional. 

Para combater o ódio criminal, são necessários planos de acção para combater o discurso do ódio, a fim de implementar todas as medidas necessárias para o erradicar. Recordemos que a liberdade de expressão e opinião não são direitos absolutos, pois não abrangem difamação, calúnia, calúnia, humilhação e criminalização ou incitamento a agir violentamente contra indivíduos ou grupos de pessoas.

A liberdade de expressão não pode de forma alguma ser utilizada para desumanizar, destruir ou negar a dignidade de ninguém. Por esta razão, a sociedade civil, as grandes redes sociais, os meios de comunicação social, as agências de aplicação da lei e, naturalmente, as instituições democráticas de todos os Estados devem promover acções conjuntas que contribuam para erradicar o ódio da nossa sociedade, principalmente através da educação. Porque um modelo educativo baseado no respeito pelos direitos humanos de todas as pessoas, em todos os centros educativos e em todos os níveis de ensino, é o melhor instrumento para pôr fim ao ódio irracional baseado em preconceitos, ignorância e desinformação maliciosa.

Temos de nos empenhar, para pôr fim ao discurso do ódio e da rejeição daqueles que são diferentes é uma obrigação de toda a sociedade, de toda a humanidade. Pensemos que o respeito, a diversidade e a inclusão são os pilares essenciais em que se baseia toda a sociedade moderna, democrática e avançada. 

Se temos de odiar algo, odiemos o ódio que destrói. 

Abraçemos o respeito e a diversidade que constroem. 

Porque esse é o caminho. 

Um caminho sem ódio.

🇬🇷ΕΛΛΗΝΙΚΉ🇨🇾

ΈΝΑ ΜΟΝΟΠΆΤΙ ΧΩΡΊΣ ΜΊΣΟΣ

(Διεθνής Ημέρα για την Αντιμετώπιση του Λόγου Μίσους)

Τον τελευταίο καιρό, έχουμε δει πώς ο λόγος του μίσους έχει εξαπλωθεί παντού. Αναμφίβολα, η υποκίνηση της βίας, του μίσους και των διακρίσεων πηγάζει από ιδεολογικές αντιλήψεις που επιδιώκουν να εξαλείψουν τη διαφορετικότητα, τον πλούτο της διαφορετικότητας και να αποσταθεροποιήσουν την κοινωνία αρνούμενες τις αρχές και τις αξίες του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που αποτελούν την κοινή μας κληρονομιά.

Με κακόβουλη πρόθεση να υποτιμηθούν άνθρωποι ή ομάδες ανθρώπων λόγω των χαρακτηριστικών της ταυτότητάς τους, ο ρατσισμός, η ξενοφοβία, ο μισογυνισμός, η LGTBIφοβία, η ισλαμοφοβία, ο αντισημιτισμός, η αποφοβία, η δυσφοβία, καθώς και κάθε συμπεριφορά που αντιτίθεται στην απαραβίαστη ανθρώπινη αξιοπρέπεια κάθε ανθρώπου, όποιος και αν είναι, θέτουν σε σοβαρό κίνδυνο την ειρήνη μεταξύ των λαών, την ασφάλεια της Διεθνούς Κοινότητας, την υπεράσπιση του άμεσου περιβάλλοντος και, φυσικά, τα ανθρώπινα δικαιώματα εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο. 

Καθώς ο κόσμος παρακολουθεί με τρόμο τον πόλεμο στην Ουκρανία, σε έναν κόσμο όπου εξακολουθούν να μαίνονται δεκάδες ένοπλες συγκρούσεις, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι λέξεις μπορούν επίσης να γίνουν όπλα ικανά να προκαλέσουν τις μεγαλύτερες αποτρόπαιες πράξεις. Σε όλη την πρόσφατη ιστορία μας, έχουμε δει πώς η ρητορική μίσους οδήγησε στο θάνατο εκατομμυρίων ανθρώπων στο Ολοκαύτωμα, σε εκατοντάδες χιλιάδες στη γενοκτονία της Ρουάντα κατά των Τούτσι στα μέσα της δεκαετίας του 1990, σε δεκάδες χιλιάδες στο Ανατολικό Τιμόρ κατά τη διάρκεια της κατοχής της Ινδονησίας, σε χιλιάδες στη σφαγή της Σρεμπρένιτσα στον πόλεμο της Βοσνίας ή, πιο πρόσφατα, στη Βιρμανία όπου η μειονότητα των Τούτσι σκοτώθηκε από τους Τούτσι στον πόλεμο της Βοσνίας, στη Βιρμανία, όπου η μειονότητα των Ροχίνγκια εξακολουθεί να αποτελεί στόχο διακρίσεων και εγκλημάτων μίσους σε τέτοια κλίμακα, ώστε θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι πρόκειται για την πρώτη γενοκτονία του 21ου αιώνα, η οποία δεν έχει ακόμη και σήμερα επιλυθεί, κατά την οποία τα δικαιώματα της μουσουλμανικής μειονότητας εξακολουθούν να παραβιάζονται συστηματικά και της οποίας οι δράστες και οι υπεύθυνοι πρέπει να προσαχθούν ενώπιον του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου το συντομότερο δυνατόν.

Είναι σαφές ότι η ρητορική μίσους δεν γνωρίζει σύνορα, και τα τελευταία χρόνια τα κοινωνικά δίκτυα είναι το μέσο όπου έχει εξαπλωθεί περισσότερο και καλύτερα. Ταυτόχρονα με την πανδημία του Covid-19, το μίσος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχει ξεσπάσει κατά των μειονοτήτων, οι οποίες για άλλη μια φορά έχουν ξεχωρίσει, στιγματιστεί και ποινικοποιηθεί από εκείνους που καθοδηγούνται μόνο από παράλογο μίσος. 

Για την αντιμετώπιση του εγκληματικού μίσους, απαιτούνται σχέδια δράσης για την καταπολέμηση της ρητορικής μίσους, προκειμένου να εφαρμοστούν όλα τα αναγκαία μέτρα για την εξάλειψή της. Ας θυμόμαστε ότι η ελευθερία της έκφρασης και της γνώμης δεν είναι απόλυτα δικαιώματα, καθώς δεν καλύπτουν τη δυσφήμιση, τη συκοφαντία, τη δυσφήμιση, τον εξευτελισμό και την ποινικοποίηση, ούτε την υποκίνηση σε βίαιες ενέργειες κατά ατόμων ή ομάδων ατόμων.

Η ελευθερία της έκφρασης δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να χρησιμοποιηθεί για την απομυθοποίηση, την καταστροφή ή την άρνηση της αξιοπρέπειας οποιουδήποτε. Για το λόγο αυτό, η κοινωνία των πολιτών, τα μεγάλα κοινωνικά δίκτυα, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, οι υπηρεσίες επιβολής του νόμου και, φυσικά, οι δημοκρατικοί θεσμοί όλων των κρατών πρέπει να προωθήσουν κοινές δράσεις που συμβάλλουν στην εξάλειψη του μίσους από την κοινωνία μας, κυρίως μέσω της εκπαίδευσης. Επειδή ένα εκπαιδευτικό μοντέλο που βασίζεται στο σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων των ανθρώπων, σε όλα τα εκπαιδευτικά κέντρα και σε όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης, είναι το καλύτερο μέσο για να μπει τέλος στο παράλογο μίσος που βασίζεται στην προκατάληψη, την άγνοια και την κακόβουλη παραπληροφόρηση.

Πρέπει να δεσμευτούμε, να βάλουμε τέλος στη ρητορική μίσους και την απόρριψη των διαφορετικών είναι υποχρέωση ολόκληρης της κοινωνίας, ολόκληρης της ανθρωπότητας. Ας σκεφτούμε ότι ο σεβασμός, η πολυμορφία και η ενσωμάτωση είναι οι βασικοί πυλώνες στους οποίους βασίζεται κάθε σύγχρονη, δημοκρατική και προηγμένη κοινωνία. 

Αν πρέπει να μισήσουμε κάτι, ας μισήσουμε το μίσος που καταστρέφει. 

Ας αγκαλιάσουμε τον σεβασμό και την ποικιλομορφία που οικοδομεί. 

Γιατί αυτός είναι ο τρόπος. 

Ένα μονοπάτι χωρίς μίσος.

🇨🇳汉语🇨🇳

一种没有仇恨的方式

(打击仇恨言论国际日)

近来,我们看到仇恨的话语是如何到处传播的。毋庸置疑,煽动暴力、仇恨和歧视源于意识形态观念,这些观念试图消除差异、多样性的丰富性,并通过否定作为我们共同遗产的尊重人权的原则和价值观来破坏社会稳定。

种族主义、仇外心理、厌恶女性、仇视男女同性恋者、仇视伊斯兰教、反犹太主义、仇视异教徒、仇视同性恋者,以及任何违反每个人不可侵犯的人类尊严的行为,无论他们是谁,都会严重危害各国人民之间的和平、国际社会的安全、保护我们周围的环境,当然还有全世界数百万人的人权。

当世界惊恐地看着乌克兰的战争时,在一个几十场武装冲突仍在肆虐的世界里,我们必须认识到,语言也可以成为能够造成最大的恶行的武器。纵观我们的近代史,我们看到仇恨言论是如何导致数百万人在大屠杀中死亡,在1990年代中期卢旺达对图西人的种族灭绝中导致数十万人死亡,在印度尼西亚被占领期间导致数万人在东帝汶死亡,在波斯尼亚战争中导致数千人在斯雷布雷尼察大屠杀中死亡,或者最近在缅甸的波斯尼亚战争中导致少数族裔图西人被杀害。在缅甸,罗辛亚少数民族继续成为歧视和仇恨犯罪的目标,其规模之大,可以说这是21世纪的第一场种族灭绝,至今仍未解决,穆斯林少数民族的权利继续受到系统的侵犯,其犯罪者和肇事者必须尽快被送上国际刑事法院。

显然,仇恨言论不分国界,近年来,社交网络是仇恨言论传播最多和最好的媒介。与Covid-19的流行相吻合,社交媒体上对少数民族的仇恨非常猖獗,他们再次被那些只受非理性仇恨驱使的人挑出来,被污名化和定罪。

为了抵制犯罪性仇恨,需要制定打击仇恨言论的行动计划,以实施所有必要的措施来消除仇恨。让我们记住,表达和意见自由不是绝对的权利,因为它们不包括诽谤、中伤、污蔑、羞辱和对个人或群体的犯罪或煽动暴力行动。

言论自由决不能被用来非人化、破坏或剥夺任何人的尊严。为此,民间社会、主要社会网络、媒体、执法机构,当然还有所有国家的民主机构,都必须推动联合行动,主要通过教育来促进消除我们社会中的仇恨。因为在所有教育中心和各级教育中,以尊重所有人的人权为基础的教育模式,是结束基于偏见、无知和恶意误导的非理性仇恨的最佳工具。

我们必须承诺,结束仇恨言论和拒绝那些不同的人,是整个社会、整个人类的义务。让我们想一想,尊重、多样性和包容是每个现代、民主和先进社会的基本支柱。

如果我们必须憎恨什么,那就让我们憎恨毁灭的仇恨。

让我们拥抱建立的尊重和多样性。

因为这就是方法。

一种没有仇恨的方式。

🇷🇺РУССКИЙ🇷🇺

ПУТЬ БЕЗ НЕНАВИСТИ

(Международным днем борьбы с языком ненависти)

В последнее время мы видим, как дискурс ненависти распространяется повсюду. Несомненно, подстрекательство к насилию, ненависти и дискриминации проистекает из идеологических концепций, которые стремятся искоренить различия, богатство разнообразия и дестабилизировать общество, отрицая принципы и ценности уважения прав человека, которые являются нашим общим наследием.

Со злым умыслом дегуманизировать людей или группы людей из-за их идентификационных характеристик, расизм, ксенофобия, женоненавистничество, ЛГТБИфобия, исламофобия, антисемитизм, апорофобия, дисфобия, а также любое поведение, противоречащее неприкосновенному человеческому достоинству каждого человека, кем бы он ни был, серьезно угрожают миру между народами, безопасности международного сообщества, защите окружающей нас среды и, конечно, правам человека миллионов людей во всем мире. 

Сейчас, когда мир с ужасом наблюдает за войной в Украине, когда в мире по-прежнему бушуют десятки вооруженных конфликтов, мы должны признать, что слова также могут стать оружием, способным вызвать величайшие мерзости. На протяжении нашей недавней истории мы видели, как язык ненависти привел к гибели миллионов людей в Холокосте, к гибели сотен тысяч во время геноцида в Руанде против тутси в середине 1990-х годов, десятков тысяч в Восточном Тиморе во время оккупации Индонезии, тысяч во время резни в Сребренице во время Боснийской войны или, совсем недавно, в Бирме, где меньшинство тутси было убито во время войны против тутси в середине 1990-х годов, в Бирме, где меньшинство рохинья по-прежнему является объектом дискриминации и преступлений на почве ненависти в таких масштабах, что можно утверждать, что это первый геноцид 21-го века, до сих пор не решенный, в котором права мусульманского меньшинства продолжают систематически нарушаться и виновники и исполнители которого должны как можно скорее предстать перед Международным уголовным судом.

Очевидно, что язык ненависти не знает границ, и в последние годы социальные сети стали той средой, где он распространяется больше и лучше всего. Одновременно с пандемией Covid-19 в социальных сетях разгорелась ненависть к меньшинствам, которые в очередной раз были выделены, заклеймены и подвергнуты уголовному преследованию теми, кем движет только иррациональная ненависть. 

Для противодействия преступной ненависти необходимы планы действий по борьбе с языком ненависти с целью осуществления всех мер, необходимых для ее искоренения. Давайте помнить, что свобода слова и мнения не являются абсолютными правами, поскольку они не охватывают диффамацию, клевету, оскорбление и криминализацию, а также подстрекательство к насильственным действиям против отдельных лиц или групп людей.

Свобода выражения ни в коем случае не может быть использована для дегуманизации, уничтожения или отрицания достоинства кого-либо. По этой причине гражданское общество, основные социальные сети, средства массовой информации, правоохранительные органы и, конечно, демократические институты всех государств должны содействовать совместным действиям, способствующим искоренению ненависти в нашем обществе, главным образом через образование. Потому что образовательная модель, основанная на уважении прав человека всех людей, во всех образовательных центрах и на всех уровнях образования, является лучшим инструментом для того, чтобы положить конец иррациональной ненависти, основанной на предрассудках, невежестве и злонамеренной дезинформации.

Мы должны взять на себя обязательства, положить конец языку ненависти и неприятию тех, кто отличается, – это обязанность всего общества, всего человечества. Давайте подумаем, что уважение, разнообразие и инклюзивность – это основные столпы, на которых зиждется каждое современное, демократическое и развитое общество. 

Если мы должны что-то ненавидеть, давайте ненавидеть ненависть, которая разрушает. 

Давайте проявим уважение и разнообразие, которое созидает. 

Потому что это способ. 

Путь без ненависти.

Αθώες ψυχές

(Διεθνής Ημέρα κατά της Επιθετικότητας εναντίον των Παιδιών)

Πολλά πράγματα έχουν αλλάξει τα τελευταία χρόνια και μαζί τους και η αντίληψή μας για τον κόσμο. Η πανδημία Covid-19, ο πόλεμος στην Ανατολική Ευρώπη και άλλες εξαιρετικά σοβαρές καταστάσεις, που συχνά προκαλούνται από την απληστία και την αδικία, συνεχίζουν να συμβαίνουν σε όλο τον κόσμο. 

Πέρα από τη φρίκη των καθημερινών εικόνων των μέσων ενημέρωσης, δίνουμε ελάχιστη προσοχή σε αυτούς που είναι αναμφίβολα οι πιο ευάλωτοι από όλους: τα παιδιά.

Σύμφωνα με στοιχεία των Ηνωμένων Εθνών και άλλων διεθνών οργανισμών, περίπου 250 εκατομμύρια παιδιά επιβιώνουν σε χώρες που βρίσκονται σε περιοχές που πλήττονται από ένοπλες συγκρούσεις ή απειλούνται από αδιάκριτες βίαιες επιθέσεις. Παιδική κακοποίηση, σεξουαλική βία, εργασιακή εκμετάλλευση, απαγωγές, εμπορία ανθρώπων, αδιάκριτες επιθέσεις σε σχολεία και νοσοκομεία, ακόμη και αναγκαστική στρατολόγηση ως στρατιώτες σε ένοπλες συγκρούσεις για τις οποίες δεν ευθύνονται παρά μόνο τα πιο αθώα θύματα. 

Σκεφτείτε, αυτή τη στιγμή, με τον πόλεμο στην Ουκρανία, περίπου 7,5 εκατομμύρια παιδιά υφίστανται την καταστροφή που προκαλεί η παραφροσύνη και η βαρβαρότητα ενός εγκληματία πολέμου. Εκατοντάδες παιδιά έχασαν τη ζωή τους, χιλιάδες τραυματίστηκαν και θα φέρουν βαθιά συναισθηματικά τραύματα, πιθανότατα για το υπόλοιπο της ζωής τους. Για να μην αναφέρουμε την κατάσταση στα ορφανοτροφεία, τα οικοτροφεία και άλλα ιδρύματα όπου ζουν σχεδόν 100.000 παιδιά, πάνω από το 50% των οποίων έχουν κάποια σωματική ή πνευματική αναπηρία. 

Για να σταματήσουν αυτές οι φρικαλεότητες, η Ατζέντα 2030 για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη έχει ένα ειδικό πρόγραμμα δράσης για τη βελτίωση της ζωής και του μέλλοντος των παιδιών σε όλο τον κόσμο, με ιδιαίτερη έμφαση στον τερματισμό της βίας, της εκμετάλλευσης και της κακοποίησης που υφίστανται καθημερινά. 

Εξ ου και η σημασία της τήρησης του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, της προστασίας της αξιοπρέπειας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κάθε ανθρώπου και, πάνω απ’ όλα, της δημιουργίας μέσων που θα διασφαλίζουν ότι οι υπεύθυνοι για όλες τις θηριωδίες θα οδηγούνται στη διεθνή δικαιοσύνη. Ο λόγος είναι απλός: απέναντι στην απόλυτη σκληρότητα, τα κράτη έχουν κοινή υποχρέωση να προστατεύουν τα παιδιά που πέφτουν θύματα της απόλυτης αναλγησίας, χωρίς συζήτηση ή εξαιρέσεις οποιουδήποτε είδους. 

Πρέπει να υψώσουμε τη φωνή μας και να απαιτήσουμε με όλη μας τη δύναμη ότι, πάνω απ’ όλα, πρέπει να επικρατήσει το δικαίωμα κάθε κοριτσιού και αγοριού να ζει σε ένα περιβάλλον προστασίας, ειρήνης, απαλλαγμένο από κάθε μορφή παρενόχλησης, από κάθε είδους βία και μακριά από κάθε είδους πόλεμο. 

Επειδή ο παραλογισμός των ενηλίκων δεν μπορεί ποτέ να σβήσει το χαμόγελο εκείνων που δεν κρύβουν ούτε απληστία ούτε κακία στην καρδιά τους. 

Ας μην τους αφαιρέσει κανείς τη γλύκα τους, το χαρούμενο χαμόγελό τους, το αθώο βλέμμα τους και την αγνότητα της καρδιάς τους. 

Αφήστε τα να είναι αυτό που είναι: κορίτσια και αγόρια. 

Αθώες ψυχές. 

Almas inocentes

(Escrito en 🇪🇸🇲🇽– Written in 🇬🇧🇺🇸– Scritto in 🇮🇹– Rédigé en 🇫🇷🇨🇩– Escrito em 🇵🇹🇧🇷 – Γραμμένο στα 🇬🇷🇨🇾写在🇨🇳)

🇪🇸ESPAÑOL🇲🇽

(Día Internacional de los Niños Víctimas Inocentes de Agresión)

Muchas cosas han cambiado en los últimos años y con ellas nuestra percepción del mundo. La Pandemia del Covid-19, la guerra en el este de Europa y otras situaciones de extrema gravedad, muchas veces causadas por la codicia y la injusticia, continúan sucediéndose alrededor de todo el mundo. 

Más allá del horror que nos producen las imágenes que cada día nos ofrecen los medios de comunicación, prestamos poca atención a quienes, sin duda, son las personas más vulnerables de todas: las niñas y los niños.

De acuerdo con datos de Naciones Unidas y otros organismos internacionales, alrededor de 250 millones de niños y niñas sobreviven en países de zonas afectadas por conflictos armados o bajo la amenaza de ataques violentos indiscriminados. Maltrato infantil, violencia sexual, explotación laboral, secuestro, trata de seres humanos, ataques indiscriminados contra escuelas y hospitales e, incluso, el reclutamiento forzado como soldados dentro de conflictos armados de los que no son responsables sino las víctimas más inocentes. 

Pensemos que, ahora mismo, con la Guerra en Ucrania, alrededor de 7,5 millones de niñas y niños están sufriendo la devastación provocada por la demencia y la barbarie de un criminal de guerra. Cientos de niños han muerto, miles han resultado heridos y arrastrarán un profundo trauma emocional, muy probablemente, durante el resto de sus vidas. Todo ello sin olvidar la situación en la que se encuentran orfanatos, internados y otras instituciones en las que conviven cerca de 100.000 niños de los cuales más del 50% tienen alguna clase de discapacidad física o intelectual. 

Para frenar estas atrocidades, la Agenda para el Desarrollo Sostenible 2030, cuenta con un programa de actuación específico para mejorar la vida y el futuro de niñas y niños de todo el mundo con especial énfasis en acabar con la violencia, la explotación y el maltrato que sufren a diario. 

De ahí la importancia de defender el derecho internacional humanitario, de proteger la dignidad y los derechos humanos de toda persona y, sobre todo, de crear instrumentos para garantizar que los responsables de todas las atrocidades respondan ante la Justicia Internacional. La razón es simple: Ante la crueldad más absoluta los Estados tienen la obligación común de proteger a las niñas y niños víctimas de la sin razón más absoluta sin debates ni excepciones de ningún tipo. 

Hemos de alzar la voz y reivindicar con toda la fuerza que, por encima de todo, debe prevalecer el derecho de toda niña y de todo niño a vivir en un entorno de protección, de paz, libre de toda forma de acoso, de todo tipo de violencia y lejos de cualquier guerra. 

Porque la sinrazón de los adultos jamás puede borrar la sonrisa de quienes no albergan ni la codicia ni la maldad en su corazón. 

No permitamos que nadie les arrebate su dulzura, su sonrisa alegre, su mirada inocente y la pureza de su corazón. 

Que solo sean lo que son: niñas y niños. 

Almas inocentes. 

🇬🇧ENGLISH🇺🇸

INNOCENT SOULS

(International Day of Innocent Children Victims of Aggression)

Many things have changed in recent years and with them our perception of the world. The Covid-19 pandemic, the war in Eastern Europe and other extremely serious situations, often caused by greed and injustice, continue to occur around the world. 

Beyond the horror of daily media images, we pay little attention to those who are undoubtedly the most vulnerable of all: the children.

According to data from the United Nations and other international agencies, some 250 million children survive in countries in areas affected by armed conflict or under the threat of indiscriminate violent attacks. Child abuse, sexual violence, labour exploitation, kidnapping, human trafficking, indiscriminate attacks on schools and hospitals, and even forced recruitment as soldiers in armed conflicts for which they are responsible for nothing but the most innocent victims. 

Just think, right now, with the war in Ukraine, some 7.5 million children are suffering the devastation wrought by the insanity and barbarity of a war criminal. Hundreds of children have died, thousands have been injured and will carry deep emotional trauma, most likely, for the rest of their lives. Not to mention the situation in orphanages, boarding schools and other institutions where nearly 100,000 children live, more than 50% of whom have some kind of physical or intellectual disability. 

To stop these atrocities, the 2030 Agenda for Sustainable Development has a specific programme of action to improve the lives and futures of children around the world, with special emphasis on ending the violence, exploitation and abuse they suffer on a daily basis. 

Hence the importance of upholding international humanitarian law, of protecting the dignity and human rights of every person and, above all, of creating instruments to ensure that those responsible for all atrocities are brought to international justice. The reason is simple: in the face of utter cruelty, States have a common obligation to protect children who are victims of utter senselessness without debate or exceptions of any kind. 

We must raise our voices and demand with all our strength that, above all, the right of every girl and boy to live in an environment of protection, of peace, free of all forms of harassment, of all types of violence and far from any kind of war, must prevail. 

Because the unreason of adults can never erase the smile of those who harbour neither greed nor evil in their hearts. 

Let no one take away their sweetness, their joyful smile, their innocent look and the purity of their heart. 

Let them just be what they are: girls and boys. 

Innocent souls. 

🇮🇹ITALIANO🇮🇹

ANIME INNOCENTI

(Giornata Internazionale dei bambini innocenti vittime di aggressioni)

Negli ultimi anni sono cambiate molte cose e con esse la nostra percezione del mondo. La pandemia di Covid-19, la guerra nell’Europa dell’Est e altre situazioni estremamente gravi, spesso causate da avidità e ingiustizia, continuano a verificarsi in tutto il mondo. 

Al di là dell’orrore delle immagini quotidiane dei media, prestiamo poca attenzione a coloro che sono senza dubbio i più vulnerabili di tutti: i bambini.

Secondo i dati delle Nazioni Unite e di altre agenzie internazionali, circa 250 milioni di bambini sopravvivono in Paesi in aree colpite da conflitti armati o sotto la minaccia di attacchi violenti indiscriminati. Abusi sui minori, violenze sessuali, sfruttamento del lavoro, rapimenti, traffico di esseri umani, attacchi indiscriminati a scuole e ospedali, fino al reclutamento forzato come soldati in conflitti armati di cui sono responsabili solo le vittime più innocenti. 

Pensate che in questo momento, con la guerra in Ucraina, circa 7,5 milioni di bambini stanno subendo la devastazione causata dalla follia e dalla barbarie di un criminale di guerra. Centinaia di bambini sono morti, migliaia sono rimasti feriti e porteranno con sé un profondo trauma emotivo, molto probabilmente, per il resto della loro vita. Per non parlare della situazione negli orfanotrofi, nei collegi e in altri istituti dove vivono quasi 100.000 bambini, di cui oltre il 50% ha qualche tipo di disabilità fisica o intellettiva. 

Per porre fine a queste atrocità, l’Agenda 2030 per lo sviluppo sostenibile prevede un programma d’azione specifico per migliorare la vita e il futuro dei bambini di tutto il mondo, con particolare attenzione a porre fine alla violenza, allo sfruttamento e agli abusi che subiscono quotidianamente. 

Da qui l’importanza di sostenere il diritto umanitario internazionale, di proteggere la dignità e i diritti umani di ogni persona e, soprattutto, di creare strumenti per garantire che i responsabili di tutte le atrocità siano consegnati alla giustizia internazionale. Il motivo è semplice: di fronte alla crudeltà più assoluta, gli Stati hanno l’obbligo comune di proteggere i bambini vittime di una totale insensatezza, senza discussioni o eccezioni di sorta. 

Dobbiamo alzare la voce e chiedere con tutte le nostre forze che, soprattutto, prevalga il diritto di ogni bambina e bambino a vivere in un ambiente di protezione, di pace, libero da ogni forma di molestia, da ogni tipo di violenza e lontani da ogni tipo di guerra. 

Perché l’irragionevolezza degli adulti non potrà mai cancellare il sorriso di chi non ha nel cuore né l’avidità né il male. 

Che nessuno porti via la loro dolcezza, il loro sorriso gioioso, il loro sguardo innocente e la purezza del loro cuore. 

Lasciateli essere quello che sono: bambine e bambini. 

Anime innocenti. 

 🇫🇷FRANÇAIS🇨🇩

ÂMES INNOCENTES

(Journée internationale des enfants victimes innocentes de l’agression)

Beaucoup de choses ont changé ces dernières années et, avec elles, notre perception du monde. La pandémie de Covid-19, la guerre en Europe de l’Est et d’autres situations extrêmement graves, souvent causées par la cupidité et l’injustice, continuent de se produire dans le monde. 

Au-delà de l’horreur des images médiatiques quotidiennes, nous accordons peu d’attention à ceux qui sont sans doute les plus vulnérables de tous : les enfants.

Selon les données des Nations unies et d’autres agences internationales, quelque 250 millions d’enfants survivent dans des pays situés dans des zones touchées par des conflits armés ou sous la menace d’attaques violentes aveugles. Abus d’enfants, violences sexuelles, exploitation du travail, enlèvements, trafic d’êtres humains, attaques aveugles contre des écoles et des hôpitaux, et même recrutement forcé comme soldats dans des conflits armés dont ils ne sont responsables que des victimes les plus innocentes. 

Pensez-y, en ce moment même, avec la guerre en Ukraine, quelque 7,5 millions d’enfants souffrent de la dévastation causée par la folie et la barbarie d’un criminel de guerre. Des centaines d’enfants sont morts, des milliers ont été blessés et porteront un profond traumatisme émotionnel, très probablement pour le reste de leur vie. Sans parler de la situation dans les orphelinats, les internats et autres institutions où vivent près de 100 000 enfants, dont plus de 50 % souffrent d’une forme de handicap physique ou intellectuel. 

Pour mettre fin à ces atrocités, le programme de développement durable à l’horizon 2030 comporte un programme d’action spécifique visant à améliorer la vie et l’avenir des enfants dans le monde, en mettant particulièrement l’accent sur la fin de la violence, de l’exploitation et des abus dont ils sont victimes au quotidien. 

D’où l’importance de faire respecter le droit humanitaire international, de protéger la dignité et les droits de l’homme de chaque personne et, surtout, de créer des instruments permettant de garantir que les responsables de toutes les atrocités soient traduits devant la justice internationale. La raison en est simple : face à la cruauté absolue, les États ont l’obligation commune de protéger les enfants victimes de l’absurdité la plus totale, sans débat ni exception d’aucune sorte. 

Nous devons élever la voix et exiger de toutes nos forces qu’avant tout, le droit de chaque fille et de chaque garçon à vivre dans un environnement de protection, de paix, exempt de toute forme de harcèlement, de tout type de violence et loin de toute forme de guerre, doit prévaloir. 

Parce que la déraison des adultes ne pourra jamais effacer le sourire de ceux qui ne nourrissent ni cupidité ni méchanceté dans leur cœur. 

Que personne ne leur enlève leur douceur, leur sourire joyeux, leur regard innocent et la pureté de leur cœur. 

Laissez-les simplement être ce qu’ils sont : filles et garçons. 

Âmes innocentes. 

🇵🇹PORTUGUÊS🇧🇷

ALMAS INOCENTES

(Dia Internacional das Crianças Inocentes Vítimas de Agressão)

Muitas coisas mudaram nos últimos anos e com elas a nossa percepção do mundo. A pandemia de Covid-19, a guerra na Europa de Leste e outras situações extremamente graves, frequentemente causadas pela ganância e injustiça, continuam a ocorrer em todo o mundo. 

Para além do horror das imagens diárias dos media, prestamos pouca atenção àqueles que são sem dúvida os mais vulneráveis de todos: as crianças.

Segundo dados das Nações Unidas e outras agências internacionais, cerca de 250 milhões de crianças sobrevivem em países em áreas afectadas por conflitos armados ou sob a ameaça de ataques violentos indiscriminados. Abuso de crianças, violência sexual, exploração laboral, rapto, tráfico de seres humanos, ataques indiscriminados a escolas e hospitais, e mesmo recrutamento forçado como soldados em conflitos armados pelos quais não são responsáveis senão pelas vítimas mais inocentes. 

Basta pensar que, neste momento, com a guerra na Ucrânia, cerca de 7,5 milhões de crianças estão a sofrer a devastação causada pela insanidade e barbaridade de um criminoso de guerra. Centenas de crianças morreram, milhares foram feridas e irão sofrer um trauma emocional profundo, muito provavelmente, para o resto das suas vidas. Para não mencionar a situação em orfanatos, internatos e outras instituições onde vivem quase 100.000 crianças, mais de 50% das quais têm algum tipo de deficiência física ou intelectual. 

Para acabar com estas atrocidades, a Agenda para o Desenvolvimento Sustentável de 2030 tem um programa de acção específico para melhorar a vida e o futuro das crianças em todo o mundo, com especial ênfase no fim da violência, exploração e abuso que sofrem diariamente. 

Daí a importância de defender o direito humanitário internacional, de proteger a dignidade e os direitos humanos de cada pessoa e, sobretudo, de criar instrumentos para assegurar que os responsáveis por todas as atrocidades sejam levados à justiça internacional. A razão é simples: face a uma crueldade total, os Estados têm a obrigação comum de proteger as crianças que são vítimas de total insensatez sem debate ou excepções de qualquer tipo. 

Devemos levantar a nossa voz e exigir com todas as nossas forças que, acima de tudo, o direito de todas as raparigas e rapazes a viverem num ambiente de protecção, de paz, livre de todas as formas de assédio, de todos os tipos de violência e longe de qualquer tipo de guerra, deve prevalecer. 

Porque o desarrazoado dos adultos nunca pode apagar o sorriso daqueles que não abrigam nem a ganância nem o mal nos seus corações. 

Que ninguém lhes tire a sua doçura, o seu sorriso alegre, o seu olhar inocente e a pureza do seu coração. 

Deixem-nos ser apenas o que são: raparigas e rapazes. 

Almas inocentes. 

🇬🇷ΕΛΛΗΝΙΚΉ🇨🇾

ΑΘΏΕΣ ΨΥΧΈΣ

(Διεθνής Ημέρα κατά της Επιθετικότητας εναντίον των Παιδιών)

Πολλά πράγματα έχουν αλλάξει τα τελευταία χρόνια και μαζί τους και η αντίληψή μας για τον κόσμο. Η πανδημία Covid-19, ο πόλεμος στην Ανατολική Ευρώπη και άλλες εξαιρετικά σοβαρές καταστάσεις, που συχνά προκαλούνται από την απληστία και την αδικία, συνεχίζουν να συμβαίνουν σε όλο τον κόσμο. 

Πέρα από τη φρίκη των καθημερινών εικόνων των μέσων ενημέρωσης, δίνουμε ελάχιστη προσοχή σε αυτούς που είναι αναμφίβολα οι πιο ευάλωτοι από όλους: τα παιδιά.

Σύμφωνα με στοιχεία των Ηνωμένων Εθνών και άλλων διεθνών οργανισμών, περίπου 250 εκατομμύρια παιδιά επιβιώνουν σε χώρες που βρίσκονται σε περιοχές που πλήττονται από ένοπλες συγκρούσεις ή απειλούνται από αδιάκριτες βίαιες επιθέσεις. Παιδική κακοποίηση, σεξουαλική βία, εργασιακή εκμετάλλευση, απαγωγές, εμπορία ανθρώπων, αδιάκριτες επιθέσεις σε σχολεία και νοσοκομεία, ακόμη και αναγκαστική στρατολόγηση ως στρατιώτες σε ένοπλες συγκρούσεις για τις οποίες δεν ευθύνονται παρά μόνο τα πιο αθώα θύματα. 

Σκεφτείτε, αυτή τη στιγμή, με τον πόλεμο στην Ουκρανία, περίπου 7,5 εκατομμύρια παιδιά υφίστανται την καταστροφή που προκαλεί η παραφροσύνη και η βαρβαρότητα ενός εγκληματία πολέμου. Εκατοντάδες παιδιά έχασαν τη ζωή τους, χιλιάδες τραυματίστηκαν και θα φέρουν βαθιά συναισθηματικά τραύματα, πιθανότατα για το υπόλοιπο της ζωής τους. Για να μην αναφέρουμε την κατάσταση στα ορφανοτροφεία, τα οικοτροφεία και άλλα ιδρύματα όπου ζουν σχεδόν 100.000 παιδιά, πάνω από το 50% των οποίων έχουν κάποια σωματική ή πνευματική αναπηρία. 

Για να σταματήσουν αυτές οι φρικαλεότητες, η Ατζέντα 2030 για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη έχει ένα ειδικό πρόγραμμα δράσης για τη βελτίωση της ζωής και του μέλλοντος των παιδιών σε όλο τον κόσμο, με ιδιαίτερη έμφαση στον τερματισμό της βίας, της εκμετάλλευσης και της κακοποίησης που υφίστανται καθημερινά. 

Εξ ου και η σημασία της τήρησης του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, της προστασίας της αξιοπρέπειας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κάθε ανθρώπου και, πάνω απ’ όλα, της δημιουργίας μέσων που θα διασφαλίζουν ότι οι υπεύθυνοι για όλες τις θηριωδίες θα οδηγούνται στη διεθνή δικαιοσύνη. Ο λόγος είναι απλός: απέναντι στην απόλυτη σκληρότητα, τα κράτη έχουν κοινή υποχρέωση να προστατεύουν τα παιδιά που πέφτουν θύματα της απόλυτης αναλγησίας, χωρίς συζήτηση ή εξαιρέσεις οποιουδήποτε είδους. 

Πρέπει να υψώσουμε τη φωνή μας και να απαιτήσουμε με όλη μας τη δύναμη ότι, πάνω απ’ όλα, πρέπει να επικρατήσει το δικαίωμα κάθε κοριτσιού και αγοριού να ζει σε ένα περιβάλλον προστασίας, ειρήνης, απαλλαγμένο από κάθε μορφή παρενόχλησης, από κάθε είδους βία και μακριά από κάθε είδους πόλεμο. 

Επειδή ο παραλογισμός των ενηλίκων δεν μπορεί ποτέ να σβήσει το χαμόγελο εκείνων που δεν κρύβουν ούτε απληστία ούτε κακία στην καρδιά τους. 

Ας μην τους αφαιρέσει κανείς τη γλύκα τους, το χαρούμενο χαμόγελό τους, το αθώο βλέμμα τους και την αγνότητα της καρδιάς τους. 

Αφήστε τα να είναι αυτό που είναι: κορίτσια και αγόρια. 

Αθώες ψυχές. 

🇨🇳 汉语 🇨🇳

无辜的灵魂

(受侵略戕害的无辜儿童国际日)

近年来,许多事情都发生了变化,我们对世界的看法也随之改变。Covid-19大流行病、东欧战争和其他极其严重的情况,往往是由贪婪和不公正造成的,继续在世界各地发生。

除了每日媒体的恐怖画面,我们很少关注那些无疑是最脆弱的人:儿童。

根据联合国和其他国际机构的数据,约有2.5亿儿童生存在受武装冲突影响的地区或受到不分青红皂白的暴力袭击威胁的国家。虐待儿童、性暴力、劳动剥削、绑架、贩卖人口、不分青红皂白地袭击学校和医院,甚至在武装冲突中强行招募士兵,他们除了对最无辜的受害者负责外,什么都不做。

想想看,现在,随着乌克兰的战争,大约750万儿童正在遭受一个战争罪犯的疯狂和野蛮行为所带来的破坏。数百名儿童已经死亡,数千名儿童受伤,并且很可能在他们的余生中都会带着深深的情感创伤。更不用说孤儿院、寄宿学校和其他机构的情况了,那里有近10万名儿童,其中50%以上有某种身体或智力残疾。

为了制止这些暴行,2030年可持续发展议程有一个具体的行动方案,以改善世界各地儿童的生活和未来,特别强调要结束他们每天遭受的暴力、剥削和虐待。

因此,必须维护国际人道主义法,保护每个人的尊严和人权,最重要的是,必须制定文书,确保将所有暴行的责任者绳之以法。原因很简单:面对完全的残酷,各国有共同的义务保护那些完全无意义的受害者的儿童,没有辩论或任何形式的例外。

我们必须提高我们的声音,用我们所有的力量要求,最重要的是,每个女孩和男孩都有权利生活在一个受保护的、和平的、没有任何形式的骚扰、没有任何类型的暴力、远离任何形式的战争的环境中。

因为成年人的无理取闹永远无法抹去那些心中既不贪婪也不邪恶的人的笑容。

不要让任何人夺走他们的甜蜜,他们欢乐的笑容,他们天真的神情和他们纯洁的心。

让他们只做他们所是的:孩子。

无辜的灵魂。

🏳️‍🌈Derechos inalienables🏳️‍⚧️

(Escrito en 🇪🇸🇲🇽– Written in 🇬🇧🇺🇸– Scritto in 🇮🇹– Rédigé en 🇫🇷🇨🇩– Escrito em 🇵🇹🇧🇷 – Γραμμένο στα 🇬🇷🇨🇾 )

🇪🇸ESPAÑOL🇲🇽

(Día Internacional contra la Homofobia, la Transfobia y la Bifobia)

Cuando se cumplen treinta y dos años desde que, el 17 de mayo de 1990, la Organización Mundial de la Salud descatalogara la homosexualidad como enfermedad, son del todo innegables los avances en igualdad y en contra la discriminación por orientación e identidad sexual. 

No obstante, debemos preocuparnos ante el alarmante incremento de los casos de agresiones, tanto físicas como verbales, hacia las personas del Colectivo LGTBIQ+ de cualquier edad o lugar de procedencia – con especial referencia a la Comunidad Transgénero y a las Personas No Binarias – y hacer un llamamiento a todas Administraciones y entidades públicas o de carácter privado para que contribuyan a la lucha contra toda forma de discriminación en cualquier ámbito la vida pública, privada y social. 

Actualmente, en 70 países, más de un tercio de los países del mundo, la homosexualidad sigue siendo un delito. En 2 de países es ilegal de facto, en 30 países conllevas penas de prisión de hasta 8 años, en 27 países es castigada con la cadena perpetua y en 11 países la condena es a pena de muerte y que es aplicada de forma efectiva por 5 países. Por otra parte, de acuerdo con los datos de la Organización para la Seguridad y la Cooperación en Europa (OSCE), la orientación sexual e identidad de género es la segunda causa recogida  en aquellas casos reflejados como delito de odio.

Es esencial una apuesta coordinada entre las diferentes Administraciones Públicas, las Fuerzas y Cuerpos de Seguridad y Representantes del Sociedad Civil para asegurar la plena garantía en el ejercicio de los derechos básicos e inalienables de toda persona sin importar su orientación e identidad sexual. De forma paralela, es igualmente imprescindible seguir incidiendo en la necesidad de un enfoque transversal en todos los ámbitos y muy especialmente en los campos de la Educación, la Sanidad y el Empleo en donde aún son necesarias medidas efectivas y urgentes que eviten cualquier riesgo de una conducta discriminatoria o violenta. 

También debemos poner especial atención a las personas de Colectivo LGTBIQ+ con alguna forma de diversidad fundacional, sensorial e intelectual; a las personas de edad avanzada; a las personas migrantes y refugiadas; y a las personas con diversidad multiétnica y multicultural prácticamente invisibilizadas desde dentro del propio Colectivo y que necesitan de una especial protección que garantice el ejercicio de sus derechos más elementales. 

Igualmente, tenemos que mostrar nuestro más enérgico rechazo hacia aquellas corrientes ideológicas y teorías acientíficas que cuestionan, trivializan y niegan los derechos de las Personas LGTBIQ+ y las distintas realidades discriminatorias que les afectan a diario atacando por completo su dignidad humana inviolable. Particularmente, debemos condenar las denominadas “terapias de conversión”, las esterilizaciones forzadas y las intervenciones quirúrgicas, muy especialmente en menores intersexuales, al ser absolutamente contrarias a la dignidad humana, al libre desarrollo de la personalidad y, en consecuencia, totalmente inadmisibles en una democracia avanzada. 

Debemos comprometemos como sociedad y seguir trabajando por la dignidad y los derechos de todas las personas. Solo así podremos construir una sociedad basada en el respeto hacia los derechos humanos de toda persona y libre de toda clase de violencia, odio y discriminación.

Porque el derecho a ser, a sentir y a amar también son derechos inalienables.

Porque los derechos LGTBIQ+, ¡SON DERECHOS HUMANOS!

🇬🇧ENGLISH🇺🇸

🏳️‍🌈INALIENABLE RIGHTS🏳️‍⚧️

(International Day Against Homophobia, Transphobia and Biphobia)

Thirty-two years after the World Health Organisation declared homosexuality a disease on 17 May 1990, there is no denying the progress made in equality and against discrimination based on sexual orientation and identity. 

However, we must be concerned about the alarming increase in cases of physical and verbal aggression towards LGTBIQ+ people of any age or place of origin – with special reference to the Transgender Community and Non-Binary People – and call on all Administrations and public or private entities to contribute to the fight against all forms of discrimination in any area of public, private and social life. 

Currently, in 70 countries, more than a third of the world’s countries, homosexuality is still a crime. In 2 countries it is de facto illegal, in 30 countries it carries a prison sentence of up to 8 years, in 27 countries it is punishable by life imprisonment and in 11 countries it is punishable by the death penalty, which is effectively applied by 5 countries. Moreover, according to data from the Organisation for Security and Cooperation in Europe (OSCE), sexual orientation and gender identity is the second most common cause of hate crime.

A coordinated commitment between the different Public Administrations, the Security Forces and Corps and Representatives of Civil Society is essential to ensure the full guarantee in the exercise of the basic and inalienable rights of all people regardless of their sexual orientation and identity. At the same time, it is equally essential to continue to stress the need for a cross-cutting approach in all areas and especially in the fields of Education, Health and Employment where effective and urgent measures are still needed to avoid any risk of discriminatory or violent behaviour. 

We must also pay special attention to people from the LGTBIQ+ Collective with some form of fundamental, sensory and intellectual diversity; to the elderly; to migrants and refugees; and to people with multi-ethnic and multicultural diversity who are practically invisible from within the Collective itself and who need special protection to guarantee the exercise of their most basic rights. 

Likewise, we have to show our most energetic rejection towards those ideological currents and unscientific theories that question, trivialise and deny the rights of LGTBIQ+ People and the different discriminatory realities that affect them on a daily basis, completely attacking their inviolable human dignity. In particular, we must condemn the so-called «conversion therapies», forced sterilisations and surgical interventions, especially on intersex minors, as they are absolutely contrary to human dignity, to the free development of the personality and, consequently, totally inadmissible in an advanced democracy. 

We must commit ourselves as a society and continue to work for the dignity and rights of all people. Only in this way will we be able to build a society based on respect for the human rights of every person and free from all kinds of violence, hatred and discrimination.

Because the right to be, to feel and to love are also inalienable rights.

Because LGTBIQ+ rights ARE HUMAN RIGHTS!

🇮🇹ITALIANO🇮🇹

🏳️‍🌈DIRITTI INALIENABILI🏳️‍⚧️

(Giornata internazionale contro l’omofobia, la transfobia e la bifobia)

A trentadue anni da quando, il 17 maggio 1990, l’Organizzazione Mondiale della Sanità ha dichiarato l’omosessualità una malattia, non si possono negare i progressi compiuti in materia di uguaglianza e di lotta alla discriminazione basata sull’orientamento e sull’identità sessuale. 

Tuttavia, dobbiamo essere preoccupati per l’allarmante aumento dei casi di aggressione fisica e verbale nei confronti delle persone LGTBIQ+ di qualsiasi età o luogo di origine – con particolare riferimento alla comunità transgender e alle persone non binarie – e chiedere a tutte le amministrazioni e agli enti pubblici o privati di contribuire alla lotta contro ogni forma di discriminazione in qualsiasi ambito della vita pubblica, privata e sociale. 

Attualmente, in 70 Paesi, più di un terzo dei Paesi del mondo, l’omosessualità è ancora un reato. In 2 Paesi è di fatto illegale, in 30 Paesi comporta una pena detentiva fino a 8 anni, in 27 Paesi è punita con l’ergastolo e in 11 Paesi è punita con la pena di morte, effettivamente applicata da 5 Paesi. Inoltre, secondo i dati dell’Organizzazione per la sicurezza e la cooperazione in Europa (OSCE), l’orientamento sessuale e l’identità di genere sono la seconda causa più comune di crimini d’odio.

Un impegno coordinato tra le diverse Amministrazioni Pubbliche, le Forze e i Corpi di Sicurezza e i rappresentanti della Società Civile è essenziale per assicurare la piena garanzia nell’esercizio dei diritti fondamentali e inalienabili di tutte le persone indipendentemente dal loro orientamento e identità sessuale. Allo stesso tempo, è altrettanto essenziale continuare a sottolineare la necessità di un approccio trasversale in tutti i settori e soprattutto in quelli dell’istruzione, della salute e dell’occupazione, dove sono ancora necessarie misure efficaci e urgenti per evitare qualsiasi rischio di comportamenti discriminatori o violenti. 

Dobbiamo inoltre prestare particolare attenzione alle persone del Collettivo LGTBIQ+ con qualche forma di diversità fondamentale, sensoriale e intellettuale; agli anziani; ai migranti e ai rifugiati; alle persone con diversità multietnica e multiculturale che sono praticamente invisibili all’interno del Collettivo stesso e che hanno bisogno di una protezione speciale per garantire l’esercizio dei loro diritti più elementari. 

Allo stesso modo, dobbiamo mostrare il nostro più energico rifiuto verso quelle correnti ideologiche e teorie non scientifiche che mettono in discussione, banalizzano e negano i diritti delle persone LGTBIQ+ e le diverse realtà discriminatorie che le colpiscono quotidianamente, attaccando completamente la loro inviolabile dignità umana. In particolare, dobbiamo condannare le cosiddette «terapie di conversione», le sterilizzazioni forzate e gli interventi chirurgici, soprattutto sui minori intersessuali, in quanto assolutamente contrari alla dignità umana, al libero sviluppo della personalità e, di conseguenza, del tutto inammissibili in una democrazia avanzata. 

Dobbiamo impegnarci come società e continuare a lavorare per la dignità e i diritti di tutte le persone. Solo così potremo costruire una società basata sul rispetto dei diritti umani di ogni persona e libera da ogni tipo di violenza, odio e discriminazione.

Perché anche il diritto di essere, di sentire e di amare sono diritti inalienabili.

Perché i diritti LGTBIQ+ SONO DIRITTI UMANI!

🇫🇷FRANÇAIS🇨🇩

🏳️‍🌈DROITS INALIÉNABLES🏳️‍⚧️

(Journée internationale de lutte contre l’homophobie, la transphobie et la biphobie)

Trente-deux ans après que l’Organisation mondiale de la santé a déclaré l’homosexualité comme une maladie, le 17 mai 1990, on ne peut nier les progrès accomplis en matière d’égalité et de lutte contre la discrimination fondée sur l’orientation et l’identité sexuelles. 

Cependant, nous devons être préoccupés par l’augmentation alarmante des cas d’agressions physiques et verbales envers les personnes LGTBIQ+ de tout âge et de tout lieu d’origine – avec une référence particulière à la communauté transgenre et aux personnes non binaires – et nous appelons toutes les administrations et entités publiques ou privées à contribuer à la lutte contre toutes les formes de discrimination dans tous les domaines de la vie publique, privée et sociale. 

Actuellement, dans 70 pays, soit plus d’un tiers des pays du monde, l’homosexualité est encore un crime. Dans 2 pays, elle est de facto illégale, dans 30 pays, elle est passible d’une peine de prison pouvant aller jusqu’à 8 ans, dans 27 pays, elle est passible de la prison à vie et dans 11 pays, la peine est la peine de mort, qui est effectivement appliquée par 5 pays. En outre, selon les données de l’Organisation pour la sécurité et la coopération en Europe (OSCE), l’orientation sexuelle et l’identité de genre constituent la deuxième cause la plus fréquente de crimes haineux.

Un engagement coordonné entre les différentes Administrations Publiques, les Forces et Corps de Sécurité et les Représentants de la Société Civile est essentiel pour assurer la pleine garantie de l’exercice des droits fondamentaux et inaliénables de toutes les personnes, indépendamment de leur orientation et identité sexuelle. Parallèlement, il est tout aussi essentiel de continuer à souligner la nécessité d’une approche transversale dans tous les domaines et notamment dans les domaines de l’éducation, de la santé et de l’emploi où des mesures efficaces et urgentes sont encore nécessaires pour éviter tout risque de comportement discriminatoire ou violent. 

Nous devons également accorder une attention particulière aux personnes du Collectif LGTBIQ+ présentant une forme de diversité fondamentale, sensorielle et intellectuelle, aux personnes âgées, aux migrants et aux réfugiés, ainsi qu’aux personnes présentant une diversité multiethnique et multiculturelle qui sont pratiquement invisibles au sein même du Collectif et qui ont besoin d’une protection spéciale pour garantir l’exercice de leurs droits les plus fondamentaux. 

De même, nous devons manifester notre rejet le plus énergique à l’égard des courants idéologiques et des théories non scientifiques qui remettent en question, banalisent et nient les droits des personnes LGTBIQ+ et les différentes réalités discriminatoires qui les affectent au quotidien, portant ainsi atteinte à leur dignité humaine inviolable. En particulier, nous devons condamner les soi-disant «thérapies de conversion», les stérilisations forcées et les interventions chirurgicales, notamment sur les mineurs intersexués, car elles sont absolument contraires à la dignité humaine, au libre développement de la personnalité et, par conséquent, totalement inadmissibles dans une démocratie avancée. 

Nous devons nous engager en tant que société et continuer à œuvrer pour la dignité et les droits de toutes les personnes. Ce n’est que de cette manière que nous pourrons construire une société fondée sur le respect des droits humains de chaque personne et exempte de toute forme de violence, de haine et de discrimination.

Parce que le droit d’être, de ressentir et d’aimer sont aussi des droits inaliénables.

Parce que les droits des LGTBIQ+ SONT DES DROITS HUMAINS !

🇵🇹PORTUGUÊS🇧🇷

🏳️‍🌈DIREITOS INALIENÁVEIS🏳️‍⚧️

(Dia Internacional contra a Homofobia, a Transfobia e a Bifobia)

Trinta e dois anos após a Organização Mundial de Saúde ter declarado a homossexualidade uma doença a 17 de Maio de 1990, não se pode negar o progresso feito na igualdade e contra a discriminação com base na orientação sexual e identidade. 

Contudo, devemos preocupar-nos com o aumento alarmante de casos de agressão física e verbal contra pessoas LGTBIQ+ de qualquer idade ou local de origem – com especial referência à Comunidade Transgénero e Pessoas Não-Binárias – e apelar a todas as Administrações e entidades públicas ou privadas para que contribuam para a luta contra todas as formas de discriminação em qualquer área da vida pública, privada e social. 

Actualmente, em 70 países, mais de um terço dos países do mundo, a homossexualidade continua a ser um crime. Em 2 países é de facto ilegal, em 30 países é aplicada uma pena de prisão até 8 anos, em 27 países é punível com prisão perpétua e em 11 países é punível com a pena de morte, que é efectivamente aplicada por 5 países. Além disso, de acordo com dados da Organização para a Segurança e Cooperação na Europa (OSCE), a orientação sexual e a identidade de género são a segunda causa mais comum de crimes de ódio.

Um compromisso coordenado entre as diferentes Administrações Públicas, as Forças de Segurança e os Representantes da Sociedade Civil é essencial para assegurar a plena garantia no exercício dos direitos básicos e inalienáveis de todas as pessoas, independentemente da sua orientação sexual e identidade. Ao mesmo tempo, é igualmente essencial continuar a salientar a necessidade de uma abordagem transversal em todas as áreas e especialmente nos domínios da Educação, Saúde e Emprego onde ainda são necessárias medidas eficazes e urgentes para evitar qualquer risco de comportamento discriminatório ou violento. 

Devemos também prestar especial atenção às pessoas do Colectivo LGTBIQ+ com alguma forma de diversidade fundamental, sensorial e intelectual; aos idosos; aos migrantes e refugiados; e às pessoas com diversidade multi-étnica e multicultural que são praticamente invisíveis a partir do próprio Colectivo e que necessitam de protecção especial para garantir o exercício dos seus direitos mais básicos. 

Do mesmo modo, temos de mostrar a nossa rejeição mais enérgica em relação às correntes ideológicas e teorias não científicas que questionam, banalizam e negam os direitos das pessoas LGTBIQ+ e as diferentes realidades discriminatórias que as afectam diariamente, atacando completamente a sua dignidade humana inviolável. Em particular, devemos condenar as chamadas «terapias de conversão», esterilizações forçadas e intervenções cirúrgicas, especialmente em menores intersexuais, uma vez que são absolutamente contrárias à dignidade humana, ao livre desenvolvimento da personalidade e, consequentemente, totalmente inadmissíveis numa democracia avançada. 

Devemos comprometer-nos como sociedade e continuar a trabalhar em prol da dignidade e dos direitos de todas as pessoas. Só assim poderemos construir uma sociedade baseada no respeito pelos direitos humanos de cada pessoa e livre de todo o tipo de violência, ódio e discriminação.

Porque o direito a ser, a sentir e a amar são também direitos inalienáveis.

Porque os direitos LGTBIQ+ SÃO DIREITOS HUMANOS!

🇬🇷ΕΛΛΗΝΙΚΉ🇨🇾

🏳️‍🌈ΑΝΑΦΑΊΡΕΤΑ ΔΙΚΑΙΏΜΑΤΑ🏳️‍⚧️

(Διεθνής Ημέρα κατά της Ομοφοβίας, Τρανσφοβίας και Διφοβίας)

Τριάντα δύο χρόνια αφότου ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας κήρυξε την ομοφυλοφιλία ασθένεια στις 17 Μαΐου 1990, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η πρόοδος που έχει σημειωθεί στην ισότητα και στην καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας. 

Ωστόσο, πρέπει να ανησυχούμε για την ανησυχητική αύξηση των κρουσμάτων σωματικής και λεκτικής επίθεσης κατά των LGTBIQ+ ατόμων κάθε ηλικίας ή τόπου καταγωγής – με ιδιαίτερη αναφορά στην κοινότητα των τρανσέξουαλ και των μη δυαδικών ατόμων – και να καλέσουμε όλες τις Διοικήσεις και τους δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς να συμβάλουν στην καταπολέμηση κάθε μορφής διακρίσεων σε κάθε τομέα της δημόσιας, ιδιωτικής και κοινωνικής ζωής. 

Σήμερα, σε 70 χώρες, δηλαδή σε περισσότερες από το ένα τρίτο των χωρών του κόσμου, η ομοφυλοφιλία εξακολουθεί να αποτελεί έγκλημα. Σε 2 χώρες είναι εκ των πραγμάτων παράνομη, σε 30 χώρες επισύρει ποινή φυλάκισης έως και 8 ετών, σε 27 χώρες τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη και σε 11 χώρες η ποινή είναι η θανατική ποινή, η οποία ουσιαστικά εφαρμόζεται από 5 χώρες. Επιπλέον, σύμφωνα με στοιχεία του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ), ο σεξουαλικός προσανατολισμός και η ταυτότητα φύλου είναι η δεύτερη πιο κοινή αιτία εγκλημάτων μίσους.

Μια συντονισμένη δέσμευση μεταξύ των διαφόρων δημόσιων διοικήσεων, των δυνάμεων ασφαλείας και των σωμάτων και των εκπροσώπων της κοινωνίας των πολιτών είναι απαραίτητη για να διασφαλιστεί η πλήρης εγγύηση κατά την άσκηση των βασικών και αναφαίρετων δικαιωμάτων όλων των ανθρώπων, ανεξάρτητα από τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητά τους. Παράλληλα, είναι εξίσου σημαντικό να συνεχίσουμε να τονίζουμε την ανάγκη μιας οριζόντιας προσέγγισης σε όλους τους τομείς και ιδιαίτερα στους τομείς της εκπαίδευσης, της υγείας και της απασχόλησης, όπου εξακολουθούν να απαιτούνται αποτελεσματικά και επείγοντα μέτρα για την αποφυγή κάθε κινδύνου διακριτικής ή βίαιης συμπεριφοράς. 

Πρέπει επίσης να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή στα άτομα της LGTBIQ+ Συλλογικότητας με κάποια μορφή θεμελιώδους, αισθητηριακής και διανοητικής διαφορετικότητας, στους ηλικιωμένους, στους μετανάστες και τους πρόσφυγες και στα άτομα με πολυεθνική και πολυπολιτισμική διαφορετικότητα, τα οποία είναι πρακτικά αόρατα μέσα στην ίδια τη Συλλογικότητα και τα οποία χρειάζονται ειδική προστασία για να διασφαλιστεί η άσκηση των πιο βασικών τους δικαιωμάτων. 

Ομοίως, πρέπει να δείξουμε την πιο ενεργητική μας απόρριψη απέναντι σε εκείνα τα ιδεολογικά ρεύματα και τις αντιεπιστημονικές θεωρίες που αμφισβητούν, ευτελίζουν και αρνούνται τα δικαιώματα των LGTBIQ+ ατόμων και τις διάφορες πραγματικότητες διακρίσεων που τους επηρεάζουν καθημερινά, επιτιθέμενοι πλήρως στην απαραβίαστη ανθρώπινη αξιοπρέπειά τους. Ειδικότερα, πρέπει να καταδικάσουμε τις λεγόμενες «θεραπείες μεταστροφής», τις αναγκαστικές στειρώσεις και τις χειρουργικές επεμβάσεις, ιδίως σε διαφυλικά ανήλικα άτομα, καθώς είναι απολύτως αντίθετες με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και, κατά συνέπεια, εντελώς απαράδεκτες σε μια προηγμένη δημοκρατία. 

Πρέπει να δεσμευτούμε ως κοινωνία και να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε για την αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα όλων των ανθρώπων. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να οικοδομήσουμε μια κοινωνία που θα βασίζεται στο σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κάθε ανθρώπου και θα είναι απαλλαγμένη από κάθε είδους βία, μίσος και διακρίσεις.

Επειδή το δικαίωμα να είσαι, να αισθάνεσαι και να αγαπάς είναι επίσης αναφαίρετα δικαιώματα.

Επειδή τα δικαιώματα των LGTBIQ+ ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ!

ΠΑΙΔΙΚΆ ΠΡΆΓΜΑΤΑ;

Όταν μιλάμε για εκφοβισμό στο σχολείο, πολλοί άνθρωποι, τόσο οι εκπαιδευτικοί, όσο και οι αρχές και οι οικογένειες, πιστεύουν ότι αυτές οι ενέργειες είναι απλώς παιδαριώδης συμπεριφορά. Αλλά όχι, αυτό δεν είναι αλήθεια. Πρόκειται για συμπεριφορές που μπορούν να καταστρέψουν εντελώς το άτομο που τις υφίσταται, αφήνοντάς το εντελώς ανυπεράσπιστο, απάνθρωπο, κατεστραμμένο και καταπατημένο στην αξιοπρέπειά του ως ανθρώπινο ον. 

Είναι απαραίτητο να καταστεί σαφές ότι, όταν μιλάμε για εκφοβισμό και διαδικτυακό εκφοβισμό στο σχολικό περιβάλλον, έχουμε να κάνουμε με μια ενέργεια που παραβιάζει το πιο απόλυτο δικαίωμα όλων, το οποίο είναι το δικαίωμα να μην υφίσταται κανείς βασανισμό και ταπείνωση, είτε σωματική είτε συναισθηματική, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες και, κατά συνέπεια, η εξάλειψή του αποτελεί ευθύνη της κοινωνίας στο σύνολό της. 

Οι συνέπειες του εκφοβισμού είναι εξαιρετικά σκληρές για το θύμα. Το άγχος, η κατάθλιψη, η συνεχής θλίψη, η προσωπική δυσαρέσκεια ή η σχολική αποτυχία είναι συχνές, καθώς και η έντονη συναισθηματική βλάβη που μπορεί να οδηγήσει σε διαταραχές της προσωπικότητας και, στις πιο σοβαρές περιπτώσεις, σε σοβαρό κίνδυνο για τη σωματική ακεραιότητα και την ίδια τη ζωή μέσω αυτοτραυματισμών και απόπειρας αυτοκτονίας. 

Μερικές φορές, τα πιο ορατά χαρακτηριστικά στα θύματα εκφοβισμού είναι δύσκολο να εντοπιστούν, αλλά υπάρχουν ορισμένοι δείκτες που μας επιτρέπουν να αναγνωρίσουμε μια πιθανή περίπτωση εκφοβισμού. Η έλλειψη αυτονομίας στη λήψη αποφάσεων, η χαμηλή προσωπική αυτοεκτίμηση σε συνδυασμό με την έντονη συναισθηματική εξάρτηση από τον οικογενειακό πυρήνα, καθώς και η απομόνωση από την υπόλοιπη ομάδα συνομηλίκων, είναι συνήθως μερικά από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των περιπτώσεων εκφοβισμού στην αρχική φάση. Σε αυτά τα χαρακτηριστικά θα πρέπει να προστεθεί η έλλειψη συμμετοχής σε εξωσχολικές δραστηριότητες, οι αδικαιολόγητες απουσίες από το σχολείο ή η ξαφνική έλλειψη συγκέντρωσης και ακαδημαϊκών επιδόσεων στις περιπτώσεις που οι καταστάσεις εκφοβισμού είναι πιο έντονες και διαρκούν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Τέλος, στις πιο σοβαρές περιπτώσεις, σαφείς ενδείξεις είναι οι αλλαγές στη συμπεριφορά και η διασπαστική συμπεριφορά, όπως το κλάμα, ο θυμός, ακόμη και η ευφορία, μαζί με εμφανή σημάδια σωματικών τραυματισμών, αλλά και η κατανάλωση αλκοόλ ή ναρκωτικών ουσιών σε μια προσπάθεια να ξεφύγουν από την πραγματικότητα που υφίστανται. 

Και πώς εκδηλώνεται ο εκφοβισμός; Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους οποίους μπορεί να εκδηλωθεί ο εκφοβισμός. Ορισμένες περνούν απαρατήρητες στα αρχικά στάδια και άλλες είναι εξαιρετικά σοβαρές, ειδικά στις περιπτώσεις όπου οι καταστάσεις εκφοβισμού παρατείνονται με την πάροδο του χρόνου. Έτσι, πέρα από τις πράξεις αποκλεισμού ή περιθωριοποίησης εκτός της ομάδας συνομηλίκων στα αρχικά στάδια, υπάρχουν λεκτικές επιθέσεις, πράξεις ταπείνωσης, πράξεις εκφοβισμού και απειλές, άμεσες (αλλά και έμμεσες) σωματικές επιθέσεις, επιθέσεις κατά της σεξουαλικής ελευθερίας και του σεξουαλικού προσανατολισμού, σεξουαλικές επιθέσεις και, τέλος, στις πιο σοβαρές περιπτώσεις, βίαιος θάνατος στα χέρια των επιτιθέμενων ή παρακίνηση του θύματος να αυτοκτονήσει. 

Τα τελευταία χρόνια, εκτός από τον εκφοβισμό στα σχολεία, έχουν αυξηθεί οι περιπτώσεις εκφοβισμού στον κυβερνοχώρο μέσω των κοινωνικών δικτύων. Έτσι, αν και τα υπάρχοντα δεδομένα είναι περιορισμένα, μια έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που δημοσιεύθηκε το 2020 έδειξε ότι το 44% των παιδιών έχουν πέσει κάποια στιγμή θύματα διαδικτυακού εκφοβισμού. Ο εξευτελισμός και η πλαστοπροσωπία σε κοινωνικά δίκτυα και ιστότοπους είναι συνήθως οι πιο συχνές συμπεριφορές, μαζί με χειραγώγηση και φάρσες σχετικά με τη ζωή των ενδιαφερόμενων αγοριών και κοριτσιών.  Κατά τη διάρκεια των μηνών περιορισμού λόγω της πανδημίας COVID-19, το φαινόμενο αυτό αυξήθηκε σημαντικά σε διάφορες περιοχές του κόσμου. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με πηγές της UNICEF, το ένα τρίτο των παιδιών παγκοσμίως φέρεται να έχει πέσει θύμα διαδικτυακού εκφοβισμού.

Ωστόσο, μια από τις δυσκολίες στον εντοπισμό αυτών των χαρακτηριστικών είναι ότι δεν ακολουθούν απαραίτητα μια σειρά, αλλά μπορεί να εκδηλώνονται με διαφορετικό τρόπο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Για το λόγο αυτό, η κατάρτιση των εκπαιδευτικών είναι απαραίτητη για τον εντοπισμό περιπτώσεων εκφοβισμού και διαδικτυακού εκφοβισμού. Πολύ συχνά, αυτή η έλλειψη κατάρτισης σημαίνει ότι ιδιαίτερα δραματικές περιπτώσεις περνούν απαρατήρητες και αποκαλύπτονται μόνο όταν είναι πολύ αργά. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό όλα τα σχολεία να διεξάγουν τακτικά εκπαιδευτικές δραστηριότητες, οι οποίες απευθύνονται επίσης στις οικογένειες και στο διδακτικό προσωπικό, ώστε να μπορούν να αναγνωρίζουν τις περιπτώσεις εκφοβισμού και διαδικτυακού εκφοβισμού και, ταυτόχρονα, να συμβάλλουν στη βελτίωση των επιπέδων ενσυναίσθησης των μαθητών. Πέρα από το καθήκον της μετάδοσης γνώσεων, τα εκπαιδευτικά κέντρα έχουν επίσης την υποχρέωση να καταπολεμήσουν τον εκφοβισμό, διότι, σε αντίθετη περίπτωση, πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους εάν δεν εκπληρώσουν ή παραμελήσουν τον ρόλο τους ως εγγυητές των δικαιωμάτων των μαθητών τους στη σωματική και ηθική ακεραιότητα απέναντι σε κάθε μορφή επιθετικότητας.

Επομένως, δεν είναι «παιδικά πράγματα», δεν είναι «απλά ένα αστείο», δεν είναι αστεία και, φυσικά, δεν είναι σωστά. Είναι μια μορφή ταπείνωσης, είναι μια μορφή βασανιστηρίων, είναι ένα ΈΓΚΛΗΜΑ. Η μόνη διαφορά είναι ότι εμπλέκονται ανήλικοι, αλλά αν οι ίδιες συμπεριφορές πραγματοποιούνται από ενήλικες, θα είχαμε να κάνουμε με εγκλήματα κατά της ηθικής ακεραιότητας ή, στις πιο σοβαρές περιπτώσεις, με εγκλήματα κατά των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών, ευρύτερα γνωστά ως ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΜΙΣΟΥΣ. Επομένως, είναι απαραίτητο να εργαστούμε για την εξάλειψή τους τόσο μέσα όσο και έξω από την τάξη. 

Είναι απαραίτητο να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε από το σύνολο της εκπαιδευτικής κοινότητας και, κατ’ επέκταση, από το σύνολο της κοινωνίας. Ο λόγος είναι απλός: μόνο με την εκπαίδευση στο σεβασμό και τη συνύπαρξη θα μπορέσουμε να επιτύχουμε αίθουσες διδασκαλίας και μια κοινωνία χωρίς εκφοβισμό και διαδικτυακό εκφοβισμό.

Ας μην ξεχνάμε ότι ο εκφοβισμός και ο διαδικτυακός εκφοβισμός θίγουν άμεσα τα ανθρώπινα δικαιώματα των αγοριών και των κοριτσιών που τον υφίστανται καθημερινά, στερώντας τους την αξιοπρέπειά τους και προκαλώντας τους σοβαρές βλάβες που είναι δύσκολο να προβλεφθούν και να ποσοτικοποιηθούν. 

Σας παρακαλώ, ας μην μείνουμε ποτέ απαθείς ή ας μην κάνουμε τα στραβά μάτια. 

Ας σπάσουμε πάντα την αλυσίδα της σιωπής.

Όχι άλλος πόνος, όχι άλλα βάσανα. 

Όχι πια εκφοβισμός. 

¿Cosas de niños?

(Escrito en 🇪🇸🇲🇽– Written in 🇬🇧🇺🇸– Scritto in 🇮🇹– Rédigé en 🇫🇷🇨🇩– Escrito em 🇵🇹🇧🇷 – Γραμμένο στα 🇬🇷🇨🇾 )

🇪🇸ESPAÑOL🇲🇽

Cuando hablamos de acoso escolar, muchas personas, tanto miembros del cuerpo docente y autoridades como familias, entienden que estas acciones son solo chiquilladas propias de la edad. Pero no, no es cierto. Son conductas que pueden destrozar por completo a la persona que lo sufre, dejándola totalmente indefensa, deshumanizada, destruida y pisoteada por completo en su dignidad como ser humano. 

Es necesario dejar claro que, cuando hablamos de acoso y de ciberacoso en el ámbito escolar, estamos ante una acción que vulnera el derecho más absoluto de todos que es el derecho a no recibir tortura ni humillación, ya esta sea física o emocional, bajo ninguna circunstancia y, en consecuencia, su erradicación corresponde a todo el conjunto de la sociedad. 

Las consecuencias del acoso escolar son extremadamente duras para la víctima. Son frecuentes los cuadros de ansiedad, depresión, tristeza continuada, insatisfacción personal o de fracaso escolar así como un fuerte daño emocional que puede conducir a trastornos de la personalidad y, en los casos más graves, a un serio riesgo para la integridad física y la propia vida a través de la autolesión e intentos de suicidio. 

En ocasiones, los rasgos más visibles en las víctimas del acoso escolar son difícilmente identificables pero existen algunos indicadores que nos permiten reconocer un posible caso de acoso. La falta de autonomía para tomar decisiones, la baja autoestima personal unida a una fuerte dependencia afectiva al núcleo familiar, así como el aislamiento del resto del grupo de iguales,  suelen ser algunos de los rasgos característicos de los casos de acoso en fase inicial. A estos rasgos deben sumarse falta de participación en las actividades extraescolares, las ausencias injustificadas al centro o la falta de concentración y de rendimiento académico repentino en aquellos casos en los que las situaciones de acoso presentan un mayor grado de intensidad y de duración en el tiempo. Finalmente, en los casos de mayor gravedad, son indicadores claros los cambios de actitud y las conductas disruptivas de llanto, ira e, incluso, euforia, junto con la muestra evidente de lesiones corporales y también el consumo de alcohol o sustancias estupefacientes para intentar evadirse de la realidad que están sufriendo. 

¿Y cómo se manifiesta el acoso escolar? Hay múltiples formas en las que pueden ponerse de manifiesto las situaciones de acoso. Algunas pasan inadvertidas en las primeras fases y otras revisten una enorme gravedad especialmente en aquellos casos en los que las situaciones de acoso se prolongan a lo largo del tiempo. Así, más allá de los actos de exclusión o de marginación fuera del grupo iguales en fases iniciales, están las agresiones verbales, los actos de humillación, los actos de intimidación y amenaza, las agresiones físicas directas (y también indirectas), los ataques contra la libertad y la orientación sexual, las agresiones sexuales y, finalmente, en los casos más graves, la muerte violenta a manos de sus agresores o la inducción al suicidio de la víctima. 

En los últimos años, más allá del acoso en los centros educativos, se han incrementado los casos de ciberacoso a través de las redes sociales. Así pues, aunque los datos que existen son limitados, un informe de la Comisión Europea publicado en 2020 reflejaba que el 44% de los niños y niñas había sido víctimas de ciberacoso en algún momento. Las humillaciones y la suplantación de identidad en redes sociales y páginas web suelen ser las conductas más frecuentes junto con las manipulaciones y los bulos acerca de la vida de los chicos y chicas afectados.  Un fenómeno que, durante los meses de confinamiento producto de la pandemia de COVID-19, se ha incrementado notablemente en distintas regiones del mundo. De ahí que, según fuentes de UNICEF, un tercio de los chicos y chicas de todo el mundo habrían sido víctimas del ciberacoso.

Sin embargo, una de las dificultades que presenta la identificación de estos rasgos es que no necesariamente guardan un orden sino que pueden manifestarse de forma diferente en cada caso concreto. Por eso, la formación de cuerpo docente es esencial para detectar los casos de acoso y de ciberacoso. En demasiadas ocasiones, esa ausencia de formación conlleva que casos especialmente dramáticos pasen desapercibidos y solo salgan a la luz cuando ya es demasiado tarde. De ahí la importancia de que periódicamente todos los centros educativos lleven a cabo acciones formativas, también orientadas a las familias y al cuerpo docente, que permitan reconocer los casos de acoso y ciberacoso y, al mismo tiempo, contribuyan a trabajar los niveles de empatía entre el alumnado. Y es que, más allá de labor de transmitir el conocimiento, los centros educativos también tienen la obligación de luchar contra el acoso escolar porque, de lo contrario, deben asumir su responsabilidades si incumplen o descuidan su papel como garantes de los derechos a la integridad física y moral de sus estudiantes ante cualquier forma de agresión.

Por tanto, no son “cosas de niños”, no son “solo una broma”, no son algo divertido y, por puesto, no están bien. Son una forma de humillación, son una forma de tortura, son un DELITO. La única diferencia es que intervienen menores de edad pero si esas mismas conductas las realizan mayores de edad nos encontraríamos ante delitos contra la integridad moral o, en los casos más graves, ante delitos contrarios a los derechos y libertades fundamentales, más comúnmente conocidos como DELITOS DE ODIO. De ahí que sea imprescindible trabajar por su erradicación dentro y fuera de las aulas. 

Es preciso seguir trabajando desde toda la comunidad educativa y, por extensión, desde toda la sociedad en su conjunto. La razón es simple, solo educando en el respeto y en la convivencia seremos capaces de conseguir unas aulas y una sociedad libres de acoso y de ciberacoso.

No olvidemos que acoso y el ciberacoso afectan directamente a los derechos humanos de los chicos y chicas que lo sufren a diario, arrebatándoles su dignidad y causándoles graves daños difícilmente predecibles y cuantificables. 

Por favor, nunca permanezcamos impasibles ni miremos hacia otro lado. 

Rompamos siempre la cadena de silencio.

No más dolor, no más sufrimiento. 

No más bullying. 

🇬🇧ENGLISH🇺🇸

KIDS’ STUFF?

When we talk about bullying at school, many people, both teachers, authorities and families, think that these actions are just childish behaviour. But no, this is not true. They are behaviours that can completely destroy the person who suffers it, leaving them totally defenceless, dehumanised, destroyed and completely trampled on in their dignity as a human being. 

It is necessary to make it clear that, when we talk about bullying and cyberbullying in the school environment, we are dealing with an action that violates the most absolute right of all, which is the right to be free from torture and humiliation, whether physical or emotional, under any circumstances and, consequently, its eradication is the responsibility of society as a whole. 

The consequences of bullying are extremely hard for the victim. Anxiety, depression, continuous sadness, personal dissatisfaction or school failure are frequent, as well as strong emotional damage that can lead to personality disorders and, in the most serious cases, to a serious risk to physical integrity and life itself through self-harm and suicide attempts. 

Sometimes, the most visible traits in victims of bullying are difficult to identify, but there are some indicators that allow us to recognise a possible case of bullying. The lack of autonomy to make decisions, low personal self-esteem combined with a strong emotional dependence on the family nucleus, as well as isolation from the rest of the peer group, are usually some of the characteristic features of cases of bullying in the initial phase. To these traits should be added a lack of participation in extracurricular activities, unjustified absences from school or a sudden lack of concentration and academic performance in those cases in which the bullying situations are more intense and last for a longer period of time. Finally, in the most serious cases, clear indicators are changes in attitude and disruptive behaviour such as crying, anger and even euphoria, together with evident signs of bodily injury and also the consumption of alcohol or narcotic substances in an attempt to escape from the reality they are suffering. 

And how does bullying manifest itself? There are many ways in which bullying can manifest itself. Some go unnoticed in the early stages and others are extremely serious, especially in cases where the bullying is prolonged over time. Thus, beyond acts of exclusion or marginalisation outside the peer group in the initial stages, there are verbal attacks, acts of humiliation, acts of intimidation and threats, direct (and also indirect) physical attacks, attacks on sexual freedom and orientation, sexual assaults and, finally, in the most serious cases, violent death at the hands of the aggressors or inducing the suicide of the victim. 

In recent years, in addition to bullying in schools, there has been an increase in cases of cyberbullying through social networks. Thus, although the data available are limited, a European Commission report published in 2020 showed that 44% of children had been victims of cyberbullying at some point. Humiliation and impersonation on social networks and websites are usually the most frequent behaviours, along with manipulation and hoaxes about the lives of the boys and girls concerned.  During the months of confinement due to the COVID-19 pandemic, this phenomenon has increased notably in different regions of the world. Hence, according to UNICEF sources, one third of boys and girls around the world have reportedly been victims of cyberbullying.

However, one of the difficulties in identifying these traits is that they do not necessarily follow an order but may manifest themselves differently in each individual case. For this reason, teacher training is essential in order to detect cases of bullying and cyberbullying. Too often, this lack of training means that particularly dramatic cases go unnoticed and only come to light when it is too late. Hence the importance of all schools regularly carrying out training activities, also aimed at families and teaching staff, to enable them to recognise cases of bullying and cyberbullying and, at the same time, help to work on levels of empathy among pupils. Beyond the task of transmitting knowledge, schools also have the obligation to fight against bullying because, otherwise, they must assume their responsibilities if they fail to fulfil or neglect their role as guarantors of their students’ rights to physical and moral integrity in the face of any form of attack. 

Therefore, they are not «kids’ stuff», they are not «just a joke», they are not funny and, of course, they are not right. They are a form of humiliation, they are a form of torture, they are a CRIME. The only difference is that minors are involved, but if the same behaviour is carried out by adults, we would be dealing with crimes against moral integrity or, in the most serious cases, crimes against fundamental rights and freedoms, more commonly known as HATE CRIMES. It is therefore essential to work for their eradication both inside and outside the classroom. 

It is necessary to continue working from the entire educational community and, by extension, from society as a whole. The reason is simple: only by educating in respect and coexistence will we be able to achieve classrooms and a society free of bullying and cyberbullying.

Let us not forget that bullying and cyberbullying directly affect the human rights of the boys and girls who suffer it on a daily basis, robbing them of their dignity and causing them serious harm that is difficult to predict and quantify. 

Please, let us never remain impassive or look the other way. 

Let us always break the chain of silence.

No more pain, no more suffering. 

No more bullying. 

🇮🇹ITALIANO🇮🇹

COSE DA BAMBINI?

Quando si parla di bullismo a scuola, molte persone, sia insegnanti che autorità e famiglie, pensano che queste azioni siano solo un comportamento infantile. Ma no, questo non è vero. Sono comportamenti che possono distruggere completamente la persona che li subisce, lasciandola totalmente indifesa, disumanizzata, distrutta e completamente calpestata nella sua dignità di essere umano. 

È necessario chiarire che, quando si parla di bullismo e cyberbullismo nell’ambiente scolastico, si tratta di un’azione che viola il diritto più assoluto di tutti, che è il diritto ad essere liberi da torture e umiliazioni, sia fisiche che emotive, in qualsiasi circostanza e, di conseguenza, il suo sradicamento è responsabilità della società nel suo insieme. 

Le conseguenze del bullismo sono estremamente dure per la vittima. Ansietà, depressione, tristezza continua, insoddisfazione personale o insuccesso scolastico sono frequenti, così come gravi danni emotivi che possono portare a disturbi della personalità e, nei casi più gravi, a un serio rischio per l’integrità fisica e la vita stessa attraverso autolesionismo e tentativi di suicidio.

A volte, i tratti più visibili delle vittime di bullismo sono difficili da identificare, ma ci sono alcuni indicatori che permettono di riconoscere un possibile caso di bullismo. La mancanza di autonomia decisionale, la bassa autostima personale unita a una forte dipendenza emotiva dal nucleo familiare, così come l’isolamento dal resto del gruppo dei pari, sono di solito alcuni dei tratti caratteristici dei casi di bullismo nella fase iniziale. A questi tratti si deve aggiungere la mancanza di partecipazione alle attività extrascolastiche, assenze ingiustificate da scuola o un’improvvisa mancanza di concentrazione e di rendimento scolastico in quei casi in cui le situazioni di bullismo sono più intense e durano per un periodo di tempo più lungo. Infine, nei casi più gravi, chiari indicatori sono i cambiamenti di atteggiamento e i comportamenti dirompenti come il pianto, la rabbia e persino l’euforia, insieme a segni evidenti di lesioni corporali e anche il consumo di alcol o sostanze stupefacenti nel tentativo di fuggire dalla realtà che stanno soffrendo. 

E come si manifesta il bullismo? Ci sono molteplici modi in cui il bullismo può manifestarsi. Alcuni passano inosservati nelle fasi iniziali e altri sono estremamente gravi, soprattutto nei casi in cui il bullismo si prolunga nel tempo. Così, oltre agli atti di esclusione o emarginazione al di fuori del gruppo dei pari nelle fasi iniziali, ci sono attacchi verbali, atti di umiliazione, atti di intimidazione e minacce, attacchi fisici diretti (e anche indiretti), attacchi alla libertà e all’orientamento sessuale, aggressioni sessuali e, infine, nei casi più gravi, la morte violenta per mano degli aggressori o l’induzione al suicidio della vittima. 

Negli ultimi anni, oltre al bullismo nelle scuole, c’è stato un aumento dei casi di cyberbullismo attraverso i social network. Così, anche se i dati esistenti sono limitati, un rapporto della Commissione europea pubblicato nel 2020 ha mostrato che il 44% dei bambini sono stati vittime di cyberbullismo ad un certo punto. L’umiliazione e l’impersonificazione sui social network e sui siti web sono di solito i comportamenti più frequenti, insieme alla manipolazione e alle bufale sulla vita dei ragazzi e delle ragazze interessate.  Durante i mesi di confinamento a causa della pandemia COVID-19, questo fenomeno è aumentato notevolmente in diverse regioni del mondo. Quindi, secondo fonti dell’UNICEF, un terzo dei bambini di tutto il mondo è stato vittima di cyberbullismo.

Tuttavia, una delle difficoltà nell’identificare questi tratti è che non seguono necessariamente un ordine, ma possono manifestarsi in modo diverso in ogni caso specifico. Per questo motivo, la formazione degli insegnanti è essenziale per individuare i casi di bullismo e cyberbullismo. Troppo spesso, questa mancanza di formazione fa sì che casi particolarmente drammatici passino inosservati e vengano alla luce solo quando è troppo tardi. Da qui l’importanza che tutte le scuole svolgano regolarmente attività di formazione, rivolte anche alle famiglie e al personale docente, per permettere loro di riconoscere i casi di bullismo e cyberbullismo e, allo stesso tempo, aiutare a lavorare sui livelli di empatia degli alunni. Oltre al compito di trasmettere il sapere, i centri educativi hanno anche l’obbligo di lottare contro il bullismo perché, altrimenti, devono assumersi le loro responsabilità se non adempiono o trascurano il loro ruolo di garanti dei diritti all’integrità fisica e morale dei loro studenti di fronte a qualsiasi forma di aggressione.

Pertanto, non sono «cose da bambini», non sono «solo uno scherzo», non sono divertenti e, naturalmente, non sono giuste. Sono una forma di umiliazione, sono una forma di tortura, sono un CRIMINE. L’unica differenza è che sono coinvolti dei minori, ma se questi stessi comportamenti fossero compiuti da adulti, si tratterebbe di crimini contro l’integrità morale o, nei casi più gravi, di crimini contro i diritti e le libertà fondamentali, più comunemente noti come CRIMINI D’ODIO. È quindi essenziale lavorare per il loro sradicamento sia dentro che fuori l’aula. 

È necessario continuare a lavorare da tutta la comunità educativa e, per estensione, da tutta la società. Il motivo è semplice: solo educando al rispetto e alla convivenza potremo ottenere aule e una società libera dal bullismo e dal cyberbullismo.

Non dimentichiamo che il bullismo e il cyberbullismo colpiscono direttamente i diritti umani dei ragazzi e delle ragazze che lo subiscono quotidianamente, privandoli della loro dignità e causando loro gravi danni difficili da prevedere e quantificare. 

Per favore, non restiamo mai impassibili o guardiamo dall’altra parte. 

Rompiamo sempre la catena del silenzio.

Non più dolore, non più sofferenza. 

Non più bullismo.

 🇫🇷FRANÇAIS🇨🇩

TRUCS DE GAMINS ?

Lorsque nous parlons de harcèlement à l’école, de nombreuses personnes, qu’il s’agisse des enseignants, des autorités ou des familles, pensent que ces actes ne sont que des comportements enfantins. Mais non, ce n’est pas vrai. Ce sont des comportements qui peuvent détruire complètement la personne qui les subit, la laissant totalement sans défense, déshumanisée, détruite et complètement bafouée dans sa dignité d’être humain. 

Il est nécessaire de préciser que, lorsque nous parlons d’intimidation et de cyberintimidation dans l’environnement scolaire, nous avons affaire à une action qui viole le droit le plus absolu de tous, à savoir le droit de ne pas être torturé ni humilié, que ce soit physiquement ou émotionnellement, en toutes circonstances et, par conséquent, son éradication relève de la responsabilité de la société dans son ensemble. 

Les conséquences des brimades sont extrêmement lourdes pour la victime. L’anxiété, la dépression, la tristesse permanente, l’insatisfaction personnelle ou l’échec scolaire sont fréquents, ainsi que de fortes atteintes émotionnelles pouvant conduire à des troubles de la personnalité et, dans les cas les plus graves, à un risque sérieux pour l’intégrité physique et la vie elle-même par le biais de l’automutilation et des tentatives de suicide. 

Parfois, les traits les plus visibles chez les victimes de brimades sont difficiles à identifier, mais il existe certains indicateurs qui permettent de reconnaître un éventuel cas de brimades. Le manque d’autonomie pour prendre des décisions, une faible estime de soi combinée à une forte dépendance émotionnelle vis-à-vis du noyau familial, ainsi que l’isolement du reste du groupe de pairs, sont généralement quelques-uns des traits caractéristiques des cas d’intimidation dans la phase initiale. À ces traits s’ajoutent le manque de participation aux activités extrascolaires, les absences injustifiées de l’école ou un manque soudain de concentration et de performance académique dans les cas où les situations d’intimidation présentent un plus grand degré d’intensité et de durée dans le temps. Enfin, dans les cas les plus graves, les indicateurs clairs sont les changements d’attitude et les comportements perturbateurs tels que les pleurs, la colère et même l’euphorie, ainsi que les signes évidents de blessures corporelles et aussi la consommation d’alcool ou de substances narcotiques pour tenter d’échapper à la réalité qu’ils subissent. 

Et comment se manifeste l’intimidation ? Les brimades peuvent se manifester de multiples façons. Certaines passent inaperçues dans les premiers stades et d’autres sont extrêmement graves, surtout dans les cas où les brimades se prolongent dans le temps. Ainsi, au-delà des actes d’exclusion ou de marginalisation en dehors du groupe de pairs dans les premiers temps, on trouve des attaques verbales, des actes d’humiliation, des actes d’intimidation et des menaces, des attaques physiques directes (et aussi indirectes), des atteintes à la liberté et à l’orientation sexuelle, des agressions sexuelles et, enfin, dans les cas les plus graves, la mort violente aux mains des agresseurs ou l’incitation au suicide de la victime. 

Ces dernières années, outre les brimades à l’école, on a constaté une augmentation des cas de cyberintimidation via les réseaux sociaux. Ainsi, bien que les données existantes soient limitées, un rapport de la Commission européenne publié en 2020 a montré que 44% des enfants avaient été victimes de cyberintimidation à un moment donné. L’humiliation et l’usurpation d’identité sur les réseaux sociaux et les sites web sont généralement les comportements les plus fréquents, de même que la manipulation et les canulars concernant la vie des garçons et des filles concernés.  Pendant les mois de confinement dus à la pandémie de COVID-19, ce phénomène s’est accru de façon notable dans différentes régions du monde. Ainsi, selon des sources de l’UNICEF, un tiers des garçons et des filles dans le monde auraient été victimes de cyberintimidation.

Cependant, l’une des difficultés de l’identification de ces traits est qu’ils ne suivent pas nécessairement un ordre mais peuvent se manifester différemment dans chaque cas individuel. C’est pourquoi la formation des enseignants est essentielle pour détecter les cas d’intimidation et de cyberintimidation. Trop souvent, ce manque de formation fait que des cas particulièrement dramatiques passent inaperçus et ne sont découverts que lorsqu’il est trop tard. D’où l’importance pour tous les centres éducatifs de mener régulièrement des actions de formation, également destinées aux familles et au personnel enseignant, qui leur permettent de reconnaître les cas de bullying et de cyberbullying et, en même temps, de contribuer à travailler sur les niveaux d’empathie des élèves. Au-delà de la tâche de transmission des connaissances, les centres éducatifs ont également l’obligation de lutter contre le harcèlement scolaire car, dans le cas contraire, ils doivent assumer leurs responsabilités s’ils ne remplissent pas ou négligent leur rôle de garants des droits à l’intégrité physique et morale de leurs élèves face à toute forme d’agression.

Par conséquent, ce ne sont pas des «trucs de gamins», ce n’est pas «juste une blague», ce n’est pas drôle et, bien sûr, ce n’est pas juste. Ils sont une forme d’humiliation, ils sont une forme de torture, ils sont un CRIME. La seule différence est qu’il s’agit de mineurs, mais si ces mêmes comportements étaient le fait d’adultes, nous aurions affaire à des crimes contre l’intégrité morale ou, dans les cas les plus graves, à des crimes contre les droits et libertés fondamentaux, plus communément appelés CRIMES DE HAINE. Il est donc essentiel de travailler à leur éradication tant à l’intérieur qu’à l’extérieur de la classe. 

Il est nécessaire de continuer à travailler à partir de l’ensemble de la communauté éducative et, par extension, de la société dans son ensemble. La raison en est simple : ce n’est qu’en éduquant au respect et à la coexistence que nous pourrons obtenir des salles de classe et une société exempte d’intimidation et de cyberintimidation.

N’oublions pas que le harcèlement et la cyberintimidation affectent directement les droits humains des garçons et des filles qui en sont victimes au quotidien, les privant de leur dignité et leur causant de graves dommages difficiles à prévoir et à quantifier. 

S’il vous plaît, ne restons jamais impassibles et ne détournons pas le regard. 

Brisons toujours la chaîne du silence.

Plus de douleur, plus de souffrance. 

Plus d’intimidation. 

🇵🇹PORTUGUÊS🇧🇷

COISAS DE CRIANÇAS?

Quando falamos de bullying na escola, muitas pessoas, tanto professores, autoridades e famílias, pensam que estas acções são apenas um comportamento infantil. Mas não, isto não é verdade. São comportamentos que podem destruir completamente a pessoa que a sofre, deixando-a totalmente indefesa, desumanizada, destruída e completamente espezinhada na sua dignidade de ser humano. 

É necessário deixar claro que, quando falamos de bullying e cyberbullying no ambiente escolar, estamos perante uma acção que viola o direito mais absoluto de todos, que é o direito de estar livre de tortura e humilhação, seja física ou emocional, em qualquer circunstância e, consequentemente, a sua erradicação é da responsabilidade da sociedade como um todo. 

As consequências do bullying são extremamente duras para a vítima. Ansiedade, depressão, tristeza contínua, insatisfação ou fracasso pessoal na escola são frequentes, bem como fortes danos emocionais que podem levar a distúrbios de personalidade e, nos casos mais graves, a um sério risco para a integridade física e para a própria vida através de automutilação e tentativas de suicídio. 

Por vezes, os traços mais visíveis nas vítimas de bullying são difíceis de identificar, mas existem alguns indicadores que nos permitem reconhecer um possível caso de bullying. Falta de autonomia para tomar decisões, baixa auto-estima pessoal combinada com uma forte dependência emocional do núcleo familiar, bem como isolamento do resto do grupo de pares, são normalmente algumas das características dos casos de bullying na fase inicial. A estas características deve acrescentar-se a falta de participação em actividades extracurriculares, faltas injustificadas à escola ou uma súbita falta de concentração e desempenho académico nos casos em que as situações de bullying apresentam um maior grau de intensidade e duração ao longo do tempo. Finalmente, nos casos mais graves, indicadores claros são mudanças de atitude e comportamentos perturbadores como o choro, a raiva e mesmo a euforia, juntamente com sinais evidentes de lesões corporais e também o consumo de álcool ou substâncias narcóticas numa tentativa de escapar à realidade que estão a sofrer. 

E como é que o bullying se manifesta? Existem múltiplas formas de intimidação que se podem manifestar. Alguns passam despercebidos nas fases iniciais e outros são extremamente graves, especialmente nos casos em que o bullying é prolongado com o tempo. Assim, para além de actos de exclusão ou marginalização fora do grupo de pares nas fases iniciais, há ataques verbais, actos de humilhação, actos de intimidação e ameaças, ataques físicos directos (e também indirectos), ataques à liberdade e orientação sexual, agressões sexuais e, por fim, nos casos mais graves, morte violenta às mãos dos agressores ou indução da vítima ao suicídio. 

Nos últimos anos, para além do bullying nas escolas, tem havido um aumento de casos de cyberbullying através de redes sociais. Assim, embora os dados existentes sejam limitados, um relatório da Comissão Europeia publicado em 2020 mostrou que 44% das crianças tinham sido vítimas de cyberbullying em algum momento. A humilhação e a imitação em redes sociais e sítios web são normalmente os comportamentos mais frequentes, juntamente com manipulações e embustes sobre a vida dos rapazes e raparigas em questão.  Durante os meses de confinamento devido à pandemia da COVID-19, este fenómeno tem aumentado notavelmente em diferentes regiões do mundo. Assim, segundo fontes da UNICEF, um terço dos rapazes e raparigas de todo o mundo foram vítimas de cyberbullying.

Contudo, uma das dificuldades em identificar estas características é que elas não seguem necessariamente uma ordem, mas podem manifestar-se de forma diferente em cada caso individual. Por este motivo, a formação de professores é essencial para detectar casos de bullying e cyberbullying. Demasiadas vezes, esta falta de formação significa que casos particularmente dramáticos passam despercebidos e só vêm à luz quando é demasiado tarde. Daí a importância de todas as escolas realizarem regularmente actividades de formação, também destinadas às famílias e ao pessoal docente, para lhes permitir reconhecer casos de bullying e cyberbullying e, ao mesmo tempo, ajudar a trabalhar em níveis de empatia entre os alunos. Para além da tarefa de transmitir conhecimentos, os centros educacionais também têm a obrigação de lutar contra o bullying porque, caso contrário, devem assumir as suas responsabilidades se não cumprirem ou negligenciarem o seu papel de garantes dos direitos dos seus estudantes à integridade física e moral face a qualquer forma de agressão.

Portanto, não são «coisas de crianças», não são «apenas uma brincadeira», não são engraçados e, naturalmente, não estão bem. São uma forma de humilhação, são uma forma de tortura, são um CRIME. A única diferença é que estão envolvidos menores, mas se estes mesmos comportamentos forem praticados por adultos, estaremos a lidar com crimes contra a integridade moral ou, nos casos mais graves, com crimes contra os direitos e liberdades fundamentais, mais vulgarmente conhecidos como CRIMES DE ÓDIO. É portanto essencial trabalhar para a sua erradicação tanto dentro como fora da sala de aula. 

É necessário continuar a trabalhar a partir de toda a comunidade educativa e, por extensão, da sociedade como um todo. A razão é simples: só educando em respeito e coexistência conseguiremos alcançar salas de aula e uma sociedade livre de bullying e cyberbullying.

Não esqueçamos que o bullying e o cyberbullying afectam directamente os direitos humanos dos rapazes e raparigas que o sofrem diariamente, roubando-lhes a sua dignidade e causando-lhes graves danos que são difíceis de prever e quantificar. 

Por favor, nunca permaneçamos impassíveis ou olhemos para o outro lado. 

Quebremos sempre a cadeia do silêncio.

Não mais dor, não mais sofrimento. 

Não mais bullying. 

 🇬🇷ΕΛΛΗΝΙΚΉ🇨🇾

ΠΑΙΔΙΚΆ ΠΡΆΓΜΑΤΑ;

Όταν μιλάμε για εκφοβισμό στο σχολείο, πολλοί άνθρωποι, τόσο οι εκπαιδευτικοί, όσο και οι αρχές και οι οικογένειες, πιστεύουν ότι αυτές οι ενέργειες είναι απλώς παιδαριώδης συμπεριφορά. Αλλά όχι, αυτό δεν είναι αλήθεια. Πρόκειται για συμπεριφορές που μπορούν να καταστρέψουν εντελώς το άτομο που τις υφίσταται, αφήνοντάς το εντελώς ανυπεράσπιστο, απάνθρωπο, κατεστραμμένο και καταπατημένο στην αξιοπρέπειά του ως ανθρώπινο ον. 

Είναι απαραίτητο να καταστεί σαφές ότι, όταν μιλάμε για εκφοβισμό και διαδικτυακό εκφοβισμό στο σχολικό περιβάλλον, έχουμε να κάνουμε με μια ενέργεια που παραβιάζει το πιο απόλυτο δικαίωμα όλων, το οποίο είναι το δικαίωμα να μην υφίσταται κανείς βασανισμό και ταπείνωση, είτε σωματική είτε συναισθηματική, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες και, κατά συνέπεια, η εξάλειψή του αποτελεί ευθύνη της κοινωνίας στο σύνολό της. 

Οι συνέπειες του εκφοβισμού είναι εξαιρετικά σκληρές για το θύμα. Το άγχος, η κατάθλιψη, η συνεχής θλίψη, η προσωπική δυσαρέσκεια ή η σχολική αποτυχία είναι συχνές, καθώς και η έντονη συναισθηματική βλάβη που μπορεί να οδηγήσει σε διαταραχές της προσωπικότητας και, στις πιο σοβαρές περιπτώσεις, σε σοβαρό κίνδυνο για τη σωματική ακεραιότητα και την ίδια τη ζωή μέσω αυτοτραυματισμών και απόπειρας αυτοκτονίας. 

Μερικές φορές, τα πιο ορατά χαρακτηριστικά στα θύματα εκφοβισμού είναι δύσκολο να εντοπιστούν, αλλά υπάρχουν ορισμένοι δείκτες που μας επιτρέπουν να αναγνωρίσουμε μια πιθανή περίπτωση εκφοβισμού. Η έλλειψη αυτονομίας στη λήψη αποφάσεων, η χαμηλή προσωπική αυτοεκτίμηση σε συνδυασμό με την έντονη συναισθηματική εξάρτηση από τον οικογενειακό πυρήνα, καθώς και η απομόνωση από την υπόλοιπη ομάδα συνομηλίκων, είναι συνήθως μερικά από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των περιπτώσεων εκφοβισμού στην αρχική φάση. Σε αυτά τα χαρακτηριστικά θα πρέπει να προστεθεί η έλλειψη συμμετοχής σε εξωσχολικές δραστηριότητες, οι αδικαιολόγητες απουσίες από το σχολείο ή η ξαφνική έλλειψη συγκέντρωσης και ακαδημαϊκών επιδόσεων στις περιπτώσεις που οι καταστάσεις εκφοβισμού είναι πιο έντονες και διαρκούν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Τέλος, στις πιο σοβαρές περιπτώσεις, σαφείς ενδείξεις είναι οι αλλαγές στη συμπεριφορά και η διασπαστική συμπεριφορά, όπως το κλάμα, ο θυμός, ακόμη και η ευφορία, μαζί με εμφανή σημάδια σωματικών τραυματισμών, αλλά και η κατανάλωση αλκοόλ ή ναρκωτικών ουσιών σε μια προσπάθεια να ξεφύγουν από την πραγματικότητα που υφίστανται. 

Και πώς εκδηλώνεται ο εκφοβισμός; Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους οποίους μπορεί να εκδηλωθεί ο εκφοβισμός. Ορισμένες περνούν απαρατήρητες στα αρχικά στάδια και άλλες είναι εξαιρετικά σοβαρές, ειδικά στις περιπτώσεις όπου οι καταστάσεις εκφοβισμού παρατείνονται με την πάροδο του χρόνου. Έτσι, πέρα από τις πράξεις αποκλεισμού ή περιθωριοποίησης εκτός της ομάδας συνομηλίκων στα αρχικά στάδια, υπάρχουν λεκτικές επιθέσεις, πράξεις ταπείνωσης, πράξεις εκφοβισμού και απειλές, άμεσες (αλλά και έμμεσες) σωματικές επιθέσεις, επιθέσεις κατά της σεξουαλικής ελευθερίας και του σεξουαλικού προσανατολισμού, σεξουαλικές επιθέσεις και, τέλος, στις πιο σοβαρές περιπτώσεις, βίαιος θάνατος στα χέρια των επιτιθέμενων ή παρακίνηση του θύματος να αυτοκτονήσει. 

Τα τελευταία χρόνια, εκτός από τον εκφοβισμό στα σχολεία, έχουν αυξηθεί οι περιπτώσεις εκφοβισμού στον κυβερνοχώρο μέσω των κοινωνικών δικτύων. Έτσι, αν και τα υπάρχοντα δεδομένα είναι περιορισμένα, μια έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που δημοσιεύθηκε το 2020 έδειξε ότι το 44% των παιδιών έχουν πέσει κάποια στιγμή θύματα διαδικτυακού εκφοβισμού. Ο εξευτελισμός και η πλαστοπροσωπία σε κοινωνικά δίκτυα και ιστότοπους είναι συνήθως οι πιο συχνές συμπεριφορές, μαζί με χειραγώγηση και φάρσες σχετικά με τη ζωή των ενδιαφερόμενων αγοριών και κοριτσιών.  Κατά τη διάρκεια των μηνών περιορισμού λόγω της πανδημίας COVID-19, το φαινόμενο αυτό αυξήθηκε σημαντικά σε διάφορες περιοχές του κόσμου. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με πηγές της UNICEF, το ένα τρίτο των παιδιών παγκοσμίως φέρεται να έχει πέσει θύμα διαδικτυακού εκφοβισμού.

Ωστόσο, μια από τις δυσκολίες στον εντοπισμό αυτών των χαρακτηριστικών είναι ότι δεν ακολουθούν απαραίτητα μια σειρά, αλλά μπορεί να εκδηλώνονται με διαφορετικό τρόπο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Για το λόγο αυτό, η κατάρτιση των εκπαιδευτικών είναι απαραίτητη για τον εντοπισμό περιπτώσεων εκφοβισμού και διαδικτυακού εκφοβισμού. Πολύ συχνά, αυτή η έλλειψη κατάρτισης σημαίνει ότι ιδιαίτερα δραματικές περιπτώσεις περνούν απαρατήρητες και αποκαλύπτονται μόνο όταν είναι πολύ αργά. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό όλα τα σχολεία να διεξάγουν τακτικά εκπαιδευτικές δραστηριότητες, οι οποίες απευθύνονται επίσης στις οικογένειες και στο διδακτικό προσωπικό, ώστε να μπορούν να αναγνωρίζουν τις περιπτώσεις εκφοβισμού και διαδικτυακού εκφοβισμού και, ταυτόχρονα, να συμβάλλουν στη βελτίωση των επιπέδων ενσυναίσθησης των μαθητών. Πέρα από το καθήκον της μετάδοσης γνώσεων, τα εκπαιδευτικά κέντρα έχουν επίσης την υποχρέωση να καταπολεμήσουν τον εκφοβισμό, διότι, σε αντίθετη περίπτωση, πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους εάν δεν εκπληρώσουν ή παραμελήσουν τον ρόλο τους ως εγγυητές των δικαιωμάτων των μαθητών τους στη σωματική και ηθική ακεραιότητα απέναντι σε κάθε μορφή επιθετικότητας.

Επομένως, δεν είναι «παιδικά πράγματα», δεν είναι «απλά ένα αστείο», δεν είναι αστεία και, φυσικά, δεν είναι σωστά. Είναι μια μορφή ταπείνωσης, είναι μια μορφή βασανιστηρίων, είναι ένα ΈΓΚΛΗΜΑ. Η μόνη διαφορά είναι ότι εμπλέκονται ανήλικοι, αλλά αν οι ίδιες συμπεριφορές πραγματοποιούνται από ενήλικες, θα είχαμε να κάνουμε με εγκλήματα κατά της ηθικής ακεραιότητας ή, στις πιο σοβαρές περιπτώσεις, με εγκλήματα κατά των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών, ευρύτερα γνωστά ως ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΜΙΣΟΥΣ. Επομένως, είναι απαραίτητο να εργαστούμε για την εξάλειψή τους τόσο μέσα όσο και έξω από την τάξη. 

Είναι απαραίτητο να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε από το σύνολο της εκπαιδευτικής κοινότητας και, κατ’ επέκταση, από το σύνολο της κοινωνίας. Ο λόγος είναι απλός: μόνο με την εκπαίδευση στο σεβασμό και τη συνύπαρξη θα μπορέσουμε να επιτύχουμε αίθουσες διδασκαλίας και μια κοινωνία χωρίς εκφοβισμό και διαδικτυακό εκφοβισμό.

Ας μην ξεχνάμε ότι ο εκφοβισμός και ο διαδικτυακός εκφοβισμός θίγουν άμεσα τα ανθρώπινα δικαιώματα των αγοριών και των κοριτσιών που τον υφίστανται καθημερινά, στερώντας τους την αξιοπρέπειά τους και προκαλώντας τους σοβαρές βλάβες που είναι δύσκολο να προβλεφθούν και να ποσοτικοποιηθούν. 

Σας παρακαλώ, ας μην μείνουμε ποτέ απαθείς ή ας μην κάνουμε τα στραβά μάτια. 

Ας σπάσουμε πάντα την αλυσίδα της σιωπής.

Όχι άλλος πόνος, όχι άλλα βάσανα. 

Όχι πια εκφοβισμός.